Το τελευταίο φύλλο - UrbanOrama.gr
Το τελευταίο φύλλο

Το τελευταίο φύλλο

Ανάρτηση: 11 Σεπ 2026

Το τελευταίο φύλλο

του Ο. Henry

Σε ένα μικρό μέρος της πόλης δυτικά της πλατείας Ουόσινγκτον, οι δρόμοι είναι αλλοπρόσαλλοι. Στρίβουν σε διάφορες κατευθύνσεις, σπάνε σε μικρά κομμάτια που ονομάζονται «θέσεις», ένας δρόμος διασταυρώνεται με τον εαυτό του μία ή δύο φορές. Κάποτε ένας ζωγράφος ανακάλυψε κάτι εφικτό και χρήσιμο γι’ αυτόν τον δρόμο. Ας υποθέσουμε ότι ένας ζωγράφος είχε στην κατοχή του κάποια σύνεργα ζωγραφικής για τα οποία δεν είχε πληρώσει. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχε καθόλου χρήματα και ας υποθέσουμε ότι κάποιος ερχόταν τα ζητήσει αυτά τα χρήματα. Αυτός ο κάποιος θα κατέβαινε σ’ εκείνον τον δρόμο και ξαφνικά θα συναντούσε τον εαυτό του να γυρίζει πίσω χωρίς να έχει λάβει ούτε ένα σέντ!

Αυτό το τμήμα της πόλης λέγεται Γκρίνουιτς Βίλατζ. Και στο παλιό Γκρίνουιτς Βίλατζ σύντομα κατέφθασαν πολλοί ζωγράφοι. Εδώ βρήκαν δωμάτια της αρεσκείας τους, με ωραίο φως και χαμηλό κόστος.

Η Σου και η Τζόνσι ζούσαν στον τελευταίο όροφο ενός κτιρίου με τρία πατώματα. Η μία από τις δύο νεαρές γυναίκες ήταν από το Μέιν, η άλλη από την Καλιφόρνια. Είχαν συναντηθεί σε ένα εστιατόριο στην όγδοη. Εκεί ανακάλυψαν ότι τους άρεσε το ίδιο είδος τέχνης, το ίδιο φαγητό και τα ίδια ρούχα. Έτσι, αποφάσισαν να ζήσουν και να δουλέψουν μαζί.

Αυτό έγινε την άνοιξη.

Κατά τον χειμώνα μία ψυχρή παρουσία έκανε την είσοδό της στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Κανένας δεν μπορούσε να τη δει. Περιφερόταν ακουμπώντας ένα άτομο εδώ, ένα άτομο εκεί με τα παγωμένα της δάχτυλα. Ήταν μια άσχημη αρρώστια που οι γιατροί ονόμαζαν Πνευμονία. Στο ανατολικό κομμάτι της πόλης κινήθηκε γρήγορα, αγγίζοντας πολλούς ανθρώπους∙ όμως στα στενά δρομάκια του Γκρίνουιτς Βίλατζ δεν βάδισε τόσο γρήγορα.

Ο επισκέπτης με το όνομα Πνευμονία δεν ήταν ένας καλός ηλικιωμένος κύριος. Ένας καλός ηλικιωμένος κύριος δεν θα έκανε κακό σε μια αδύναμη μικρόσωμη γυναίκα από την Καλιφόρνια. Όμως ο κύριος αυτός άγγιξε με τα κρύα δάχτυλά του την Τζόνσι. Κι έτσι έπεσε στο κρεβάτι σχεδόν ακίνητη και κοιτούσε από το παράθυρο τον τοίχο του γειτονικού σπιτιού.

Μια μέρα ο πολυάσχολος γιατρός μίλησε στη Σου ιδιαιτέρως στο χωλ, εκεί όπου η Τζόνσι δεν μπορούσε να ακούσει.

«Έχει μια πολύ μικρή πιθανότητα» είπε. «Έχει μια πιθανότητα, αν θέλει να ζήσει. Αν οι άνθρωποι δεν θέλουν να ζήσουν, δεν μπορώ να κάνω πολλά γι’ αυτούς. Η νεαρή έχει αποφασίσει ότι δεν πρόκειται να γίνει καλά. Υπάρχει κάτι που να την απασχολεί;»

«Πάντα ήθελε να πάει στην Ιταλία και να ζωγραφίσει τον Κόλπο της Νάπολης» είπε η Σου.

«Να ζωγραφίσει! Όχι να ζωγραφίσει. Υπάρχει κάτι για το οποίο να βασανίζεται; Ένας άντρας;»

«Άντρας;» είπε η Σου. «Αν υπάρχει άντρας… ―Όχι, γιατρέ. Δεν υπάρχει άντρας.»

«Είναι αδύναμη» είπε ο γιατρός. «Θα κάνω ό,τι ξέρω να κάνω. Όμως όταν ένας άρρωστος άνθρωπος αρχίζει να αισθάνεται ότι θα πεθάνει, η μισή δουλειά μου πάει χαμένη. Μιλήστε της για καινούρια χειμωνιάτικα ρούχα. Αν ενδιαφερθεί για το μέλλον, οι πιθανότητες θα είναι περισσότερες.»

Αφού έφυγε ο γιατρός, η Σου πήγε στο εργαστήριο και έκλαψε. Μετά μπήκε στο δωμάτιο της Τζόνσι. Κουβάλησε μαζί της κάποια από τα σύνεργά της της ζωγραφικής τραγουδώντας.

Η Τζόνσι ήταν ξαπλωμένη εκεί, πολύ αδύνατη και πολύ ήσυχη. Το πρόσωπό της ήταν στραμμένο στο παράθυρο. Η Σου σταμάτησε το τραγούδι νομίζοντας πως η Τζόνσι κοιμόταν.

Η Σου άρχισε να δουλεύει. Καθώς δούλευε, άκουγε έναν χαμηλό ήχο ξανά και ξανά. Πήγε γρήγορα στο κρεβάτι.

Τα μάτια της Τζόνσι ήταν διάπλατα ανοιχτά. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο και μετρούσε ―μετρούσε αντίστροφα.

«Δώδεκα» είπε∙ και λίγο αργότερα, «Έντεκα»∙ και μετά, «Δέκα» και, «Εννιά»∙ και μετά, «Οκτώ» και, «Επτά» σχεδόν την ίδια στιγμή.

Η Σου κοίταξε έξω από το παράθυρο. Τι ήταν εκεί έξω και μετρούσε; Υπήρχε μόνο ο πλαϊνός τοίχος του διπλανού σπιτιού, σε μικρή απόσταση. Ο τοίχος δεν είχε καθόλου παράθυρα. Ένα παμπάλαιο δέντρο μεγάλωνε ακουμπισμένο στον τοίχο. Η κρύα ανάσα του χειμώνα το είχε κιόλας σημαδέψει. Όλα σχεδόν τα φύλλα του είχαν πέσει από τα σκοτεινά κλαδιά του.

«Τι είναι, γλυκιά μου;» ρώτησε η Σου.

«Έξι» είπε η Τζόνσι, με μια φωνή ακόμα πιο χαμηλή. «Πέφτουν πιο γρήγορα τώρα. Πριν από τρεις μέρες υπήρχαν ακόμη εκατό. Πόνεσε το κεφάλι μου να τα μετράω. Αλλά τώρα είναι εύκολο. Να κι άλλο ένα. Έμειναν μόνο πέντε τώρα.»

«Πέντε τι, γλυκιά μου; Πες στη Σου.»

«Φύλλα. Πάνω στο δέντρο. Όταν πέσει και το τελευταίο, πρέπει να φύγω κι εγώ. Το ξέρω αυτό εδώ και τρεις μέρες. Δεν σου είπε ο γιατρός;»

«Δεν άκουσα ποτέ τέτοιο πράγμα» είπε η Σου. «Δεν έχει καμία λογική αυτό. Τι σχέση έχει ένα γέρικο δέντρο με σένα; Ή με την ανάρρωσή σου; Και πάντα το αγαπούσες αυτό το δέντρο τόσο πολύ. Μην γίνεσαι ανόητη. Ο γιατρός μού μίλησε για τις πιθανότητες να γίνεις καλά. Μου το είπε σήμερα το πρωί. Και είπε ότι οι πιθανότητες είναι πολύ καλές! Προσπάθησε να φας λίγο τώρα. Και μετά θα συνεχίσω τη δουλειά. Και μετά μπορώ να πουλήσω τον πίνακά μου και μετά μπορώ να αγοράσω κάτι περισσότερο για να φας και να δυναμώσεις.»

«Δεν χρειάζεται να αγοράσεις τίποτα για μένα» είπε η Τζόνσι. Ακόμα κοιτούσε έξω από το παράθυρο. «Να που έπεσε άλλο ένα. Όχι, δεν θέλω τίποτα να φάω. Τώρα είναι τέσσερα. Θέλω να δω το τελευταίο να πέφτει πριν νυχτώσει. Τότε θα φύγω κι εγώ.»

«Τζόνσι, καλή μου» είπε η Σου «θα μου υποσχεθείς να κλείσεις τα μάτια σου και να τα κρατήσεις κλειστά; Θα μου υποσχεθείς ότι δεν θα ξανακοιτάξεις έξω από το παράθυρο μέχρι να τελειώσω; Πρέπει να τον έχω τελειώσει αυτόν τον πίνακα μέχρι αύριο. Χρειάζομαι το φως∙ δεν μπορώ να κλείσω το παράθυρο.»

«Δεν μπορείς να δουλέψεις στο άλλο δωμάτιο;» ρώτησε παγερά η Τζόνσι.

«Προτιμώ να είμαι εδώ, δίπλα σου» είπε η Σου. «Και δεν θέλω να κοιτάς αυτά τα φύλλα.»

«Πες μου μόλις τελειώσεις» είπε η Τζόνσι. Έκλεισε τα μάτια της και έμεινε ξαπλωμένη, άσπρη και αδύνατη. «Γιατί θέλω να δω το τελευταίο φύλλο που θα πέφτει. Περίμενα αρκετά γι’ αυτό. Κουράστηκα πια να σκέφτομαι. Θέλω να ταξιδέψω μακριά, μακριά, σαν ένα τέτοιο φύλλο.»

«Προσπάθησε να κοιμηθείς» είπε η Σου. «Πρέπει να πω στον Μπέρμαν να έρθει εδώ. Θέλω να ζωγραφίσω έναν άντρα σε αυτόν τον πίνακα και θα τον κάνω να μοιάζει στον Μπέρμαν. Δεν θα λείψω ούτε ένα λεπτό. Μην προσπαθήσεις να κινηθείς μέχρι να γυρίσω.»

Ο γερο-Μπέρμαν ήταν κι αυτός ζωγράφος που έμενε στον πρώτο όροφο του σπιτιού τους. Ήταν πάνω από εξήντα. Δεν είχε καμία επιτυχία ως ζωγράφος. Ζωγράφιζε σαράντα χρόνια, χωρίς να φτιάξει ποτέ έναν καλό πίνακα. Πάντα έλεγε ότι ήθελε να ζωγραφίσει έναν μεγάλο πίνακα, ένα έργο τέχνης, όμως ποτέ δεν τον ξεκίνησε.

Έβγαζε λίγα λεφτά αφήνοντας τους άλλους να τον ζωγραφίζουν. Έπινε υπερβολικά πολύ. Συνέχιζε να μιλάει για το μεγάλο του έργο τέχνης. Και πίστευε ότι είχε ιδιαίτερο καθήκον να κάνει οτιδήποτε δυνατόν για να βοηθάει τη Σου και την Τζόνσι.

Η Σου τον βρήκε στο σκοτεινό του δωμάτιο και ήξερε ότι είχε πιει. Μπορούσε να το μυρίσει. Του είπε για την Τζόνσι και τα φύλλα του δέντρου. Του είπε ότι φοβόταν πως η Τζόνσι θα έφευγε πράγματι μακριά, μακριά, σαν το φύλλο. Ο δεσμός της με τον κόσμο γινόταν όλο και πιο αδύναμος.  

Ο γερο-Μπέρμαν άρχισε να φωνάζει εξοργισμένος με αυτή την ιδέα.

«Πώς!» φώναξε. «Υπάρχει τέτοια ανοησία; Οι άνθρωποι πεθαίνουν επειδή φύλλα πέφτουν από τα δέντρα; Δεν έχω ξανακούσει τέτοιο πράγμα. Όχι, δεν θα έρθω να κάτσω να με ζωγραφίσεις. Γιατί της επιτρέπεις να κάνει τέτοιες σκέψεις; Αχ καημένη Τζόνσι!»

«Είναι πολύ άρρωστη και αδύναμη» είπε η Σου. «Η αρρώστια την έχει κάνει να σκέφτεται έτσι. Κύριε Μπέρμαν, αν δεν θέλετε να έρθετε, μην έρχεστε. Αλλά δεν νομίζω ότι είναι πολύ ευγενικό αυτό.»

«Κλασική γυναίκα!» ξεφώνισε ο κύριος Μπέρμαν. «Ποιος είπε ότι δεν θα έρθω; Πήγαινε. Έρχομαι μαζί σου. Εδώ και μισή ώρα προσπαθώ να πω πως θα έρθω. Θεέ μου! Αυτό δεν είναι μέρος για να κείτεται άρρωστη μια κοπέλα τόσο καλή όσο η Τζόνσι. Μια μέρα θα ζωγραφίσω το έργο τέχνης μου και θα φύγουμε όλοι από δω. Θεέ μου! Ναι.»

Η Τζόνσι κοιμόταν όταν ανέβηκαν. Η Σου κάλυψε το παράθυρο και πήρε τον Μπέρμαν στο άλλο δωμάτιο. Εκεί κοίταξαν έντρομοι από το παράθυρο το δέντρο. Μετά κοίταξαν ο ένας τον άλλον για ένα λεπτό, αμίλητοι. Έπεφτε μια παγωμένη βροχή, ανακατεμένη με λίγο χιόνι.

Ο Μπέρμαν έκατσε και η Σου άρχισε να ζωγραφίζει.

Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας δουλεύοντας.

Το πρωί, μετά από ύπνο μιας ώρας, πήγε στο προσκέφαλο της Τζόνσι.

Η Τζόνσι, με ορθάνοιχτα τα μάτια, κοιτούσε προς το παράθυρο. «Θέλω να δω» είπε στη Σου.

Η Σου έβγαλε το κάλυμμα από το παράθυρο.

Όμως μετά την ανελέητη βροχή και τον δυνατό αέρα που δεν σταμάτησαν όλη τη νύχτα, υπήρχε ακόμα ένα φύλλο που φαινόταν στον τοίχο. Ήταν το τελευταίο στο δέντρο. Ήταν ακόμα σκούρο πράσινο στα σημεία κοντά στα κλαδιά. Αλλά στις άκρες κιτρίνιζε από τον χρόνο. Και να το που κρεμόταν από ένα κλαδί σχεδόν είκοσι πόδια πάνω από το έδαφος.

«Είναι το τελευταίο» είπε η Τζόνσι. Νόμιζα ότι σίγουρα θα έπεφτε μέσα στο βράδυ. Άκουγα τον άνεμο. Θα πέσει σήμερα, και θα πεθάνω την ίδια στιγμή.»

«Γλυκιά μου, γλυκιά μου Τζόνσι!» είπε η Σου. «Σκέψου εμένα, αν δεν σκέφτεσαι τον εαυτό σου. Τι θα κάνω;»

Αλλά η Τζόνσι δεν απάντησε. Το πιο μοναχικό πράγμα στον κόσμο είναι μια ψυχή όταν ετοιμάζεται για το μεγάλο της ταξίδι. Οι δεσμοί που την κρατούσαν δεμένη με τη φιλία και τη γη ένας ένας έσπαγαν.

Η μέρα σιγά σιγά πέρασε. Καθώς σκοτείνιαζε, μπορούσαν να δουν το φύλλο που κρεμόταν ακόμα από το κλαδί του πάνω στον τοίχο. Και ύστερα, όταν ήρθε η νύχτα, ο βοριάς άρχισε πάλι να φυσά. Η βροχή ακόμα χτυπούσε πάνω στα παράθυρα.

Το επόμενο πρωί, μόλις χάραξε αρκετά, η Τζόνσι και πάλι διέταξε να της επιτρέψουν να δει.

Το φύλλο ήταν ακόμα εκεί.

Η Τζόνσι έμεινε ξαπλωμένη για πολλή ώρα κοιτώντας το. Και μετά φώναξε τη Σου, που της ετοίμαζε κάτι να φάει.

«Ήμουν κακό κορίτσι, Σου» είπε η Τζόνσι. «Κάτι έκανε αυτό το τελευταίο φύλλο να μείνει εκεί για να μου δείξει πόσο κακιά ήμουν. Είναι λάθος να θέλω να πεθάνω. Θα προσπαθήσω να φάω τώρα. Όμως πρώτα φέρε μου έναν καθρέφτη να κοιταχτώ. Και μετά θα καθίσω και θα σε βλέπω να μαγειρεύεις.»

Μια ώρα αργότερα είπε, «Σου, ελπίζω μια μέρα να ζωγραφίσω τον Κόλπο της Νάπολης.»

Το απόγευμα ήρθε ο γιατρός. Η Σου τον ακολούθησε στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο της Τζόνσι για να του μιλήσει.

«Οι πιθανότητες είναι καλές» είπε ο γιατρός. Πήρε το λεπτό, τρεμάμενο χέρι της Σου στο δικό του. «Πρόσεχέ την και θα γίνει καλά. Και τώρα πρέπει να δω έναν άλλο ασθενή σ’ αυτό το κτίριο. Το όνομά του είναι Μπέρμαν. Ένας ζωγράφος, νομίζω. Επίσης πνευμονία. Ο Μάικ είναι ηλικιωμένος και αδύναμος και είναι πολύ άρρωστος. Δεν υπάρχουν ελπίδες γι’ αυτόν. Όμως θα τον πάρουμε στο νοσοκομείο σήμερα. Θα το κάνουμε όσο πιο εύκολο γίνεται γι’ αυτόν.»

Την επόμενη μέρα ο γιατρός είπε στη Σου: «Είναι ασφαλής. Τα κατάφερες. Φαγητό και φροντίδα τώρα ―αυτό είναι όλο.

Εκείνο το απόγευμα η Σου ήρθε στο κρεβάτι όπου ήταν ξαπλωμένη η Τζόνσι. Την αγκάλιασε με το ένα χέρι.

«Έχω κάτι να σου πω» είπε. «Ο κύριος Μπέρμαν πέθανε από πνευμονία σήμερα στο νοσοκομείο. Ήταν άρρωστος μόνο δυο μέρες. Κάποιος τον βρήκε το πρωί της πρώτης μέρας στο δωμάτιό του. Ήταν ανήμπορος και πονούσε.»

«Τα παπούτσια και τα ρούχα του ήταν βρεγμένα και παγωμένα. Όλοι αναρωτιόνταν πού είχε πάει. Η προηγούμενη νύχτα ήταν τόσο άγρια και κρύα.»

«Και μετά βρήκαν κάποια πράγματα. Βρήκαν ένα φανάρι που είχε πάρει μαζί του έξω. Και τα σύνεργά του της ζωγραφικής. Υπήρχε μπογιά, πράσινο και κίτρινο χρώμα. Και―»

«Κοίτα έξω από το παράθυρο, καλή μου, το τελευταίο φύλλο στον τοίχο. Δεν αναρωτήθηκες γιατί δεν κουνήθηκε ποτέ με όλον αυτόν τον αέρα που φυσούσε; Ω, αγαπημένη μου, είναι το μεγάλο αριστούργημα του Μπέρμαν ―το ζωγράφισε εκεί τη νύχτα που έπεσε το τελευταίο φύλλο.»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Back to top