Των Αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονος
Της Ελένης Ανδρέου
Απομεσήμερο παραδομένο στη νάρκη∙ ο ήλιος με πλάγιες βολές αποτελειώνει ό,τι κατάφερε να κρατηθεί ζωηρό στη διάρκεια του μεσημεριού. Το κυματάκι αποχαυνωμένο γλύφει απαλά την αμμουδιά. Από ώρα δεν ακούγονται πια φωνές. Κλείστηκαν όλοι στα αυτοσχέδια αντίσκηνά τους για έναν απογευματινό υπνάκο, κατέβασαν τις τέντες και ησυχάζουν. Η Αργυρή γυροφέρνει ακόμα στο καφενείο της∙ όχι πως είχε πολλή δουλειά, τα συνηθισμένα∙ καμιά δεκαριά γκαζόζες, κάτι ουζάκια και δυο-τρία υποβρύχια. Τακτοποιεί τον πάγκο της, τα τραπεζάκια και τις καρέκλες που γέρνουν στην άμμο, τεντώνει την πλάτη, κάτι σκέφτεται, βγάζει την ποδιά, τραβάει την πόρτα, μανταλώνει και ανηφορίζει τον Άγιο Παντελεήμονα. Σήμερα είναι της Αγίας Παρασκευής∙ αύριο είναι του Αγίου Παντελεήμονα, ας πάει όμως ν’ ανάψει τα κεράκια της και για τους δύο Αγίους, μεγάλη η χάρη τους! Αύριο θα πέσει όλος ο κόσμος μαζεμένος απ’ το χωριό και δε θα προλαβαίνει. Περπατάει γρήγορα κι ανεβαίνει στο λόφο αγκομαχώντας από τη ζέστη∙ «και τα χρόνια…» σκέφτεται, «κάθε χρόνο και χειρότερα, σε μερικά χρόνια δε θα μπορώ πια να ανεβαίνω έτσι που πάω».
Δυο χωριάτες κατεβαίνουν με τις τραγιάσκες χαμηλωμένες∙ κάνουν να την χαιρετήσουν∙ αυτή όπως πάντα τους αποφεύγει με κατεβασμένο βλέμμα. Δεν της αρέσουν οι χαιρετούρες και τα πολλά-πολλά. Δεν ήταν πάντα έτσι∙ αφ’ ότου όμως την παράτησε ο άντρας της κι απέμεινε μόνη να παλεύει τα καπνοχώραφα, το μποστάνι και το καφενείο στην ακροθαλασσιά, έγινε άντρας, έβγαλε κι αυτή μουστάκια, αγρίεψε στην όψη, την ψυχή και τους τρόπους. Παράτησε και το σπίτι στο χωριό κι απομένει στο καφενεδάκι χειμώνα καλοκαίρι να φτιάχνει καφέδες και να σερβίρει ούζα σε δυο-τρεις ψαράδες, ένα-δυο χωριάτες, ιδεολόγους της αναχώρησης που άφησαν τις οικογένειες στο χωριό και παριστάνουν χειμώνα-καλοκαίρι πως έχουν πολλές δουλειές στα χωράφια, κι έναν αγροφύλακα. Στις μεγάλες δόξες του το καφενείο φιλοξενεί και κανένα αρχαιολόγο. Άγρια και κακότροπη αυτή και οι άλλοι της το ανταποδίδουν. Δίνουν τις παραγγελίες ψυχρά και απαιτητικά∙ «έλα ντε, πού το ‘χεις το μυαλό σου, δυο ούζα είπαμε» και «μαρή, τι έγινε εκείνος ο γλυκύβραστος, κόκκαλα έχει;» Αυτή σιωπηλή, τους κοπανάει τα ούζα στο τραπέζι σαν να τους κάνει μεγάλη χάρη που ασχολείται μαζί τους και καθυστερεί τους καφέδες επίτηδες και δεν βάζει το ζιζβέ στη γκαζιέρα αν δεν τους ακούσει να γκρινιάζουν πρώτα.

Έφτασε στο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα, άναψε τα κεράκια της, στάθηκε μια στιγμή μπροστά στα εικονίσματα, θέλει να προσευχηθεί μα δεν τα καταφέρνει. Ξέχασε πια πώς προσεύχονται, δεν ξέρει για ποιο πράγμα να προσευχηθεί, δεν της απόμεινε κανένας δικός της, ένα ξερό κορμί είναι∙ τουλάχιστον αν είχε ένα παιδί, τώρα… δεν ολοκλήρωσε τη σκέψη της. Από καιρό το μυαλό της έχει αδειάσει και συχνά δεν μπορεί να ολοκληρώσει τις σκέψεις της που πηδάνε από το ένα στο άλλο, σκόρπιες και χωρίς συνοχή, με ενδιάμεσα μεγάλα κενά. Πέντε εγκυμοσύνες είχε, πέντε γέννες έκανε, τα τέσσερα γεννήθηκαν πεθαμένα, το ένα ζωντανό μα μίζερο, ίσα που πρόλαβε η γριά μαμή να το αεροβαφτίσει κι έσβησε.
Τώρα πια είναι αργά… Είναι σαράντα και κάτι, λίγο ή πολύ δεν έχει καμιά σημασία. Η ίδια δεν μετράει πια τα χρόνια της, όχι γιατί τη νοιάζει που περνάν αλλά ίσα ίσα γιατί δεν έχουν καμία σημασία γι’ αυτή, αντίθετα από τις άλλες γυναίκες που μετρώντας και ξαναμετρώντας, ξεχνούν να προσθέσουν πού και πού καναδυό χρονάκια. Αδιαφορεί για τα χρόνια της και δε θα θύμωνε αν την έλεγε κανείς πενηντάρα ή εξηντάρα, όπως δε θυμώνει και με τα άλλα σαχλά πειράγματα που της κάνουν οι πελάτες του καφενείου από τότε που την εγκατέλειψε ο άντρας της. Άλλωστε τώρα πια κανείς δε νοιάζεται ούτε γι’ αυτήν ούτε για την ηλικία της. Είναι εκεί χρόνια πολλά και είναι σαν τα δέντρα που όλοι τα θυμούνται από παλιά αλλά κανείς δεν αναφέρει την ηλικία τους.
Και τ’ όνομά της είναι σα να ξεχάστηκε, αφού κανείς δεν την προσφωνεί πια μ’ αυτό∙ μόνο οι γυναίκες του χωριού, όταν νταχτιρντίζουν τα μωρά τους, τραγουδάνε περιγελαστικά «νταχτιριρί νταχτιριρί πού κοιμάται η Αργυρή, επάνω στα καβάκια με τα παλικαράκια», τραγουδάκι που φτιάχτηκε για μια άλλη Αργυρή, που την απήγαγαν στο αντάρτικο αλλά το κόλλησαν τούτης της Αργυρής μια και ξεχειμώνιαζε μακριά απ’ το χωριό, στο παραθαλάσσιο καφενείο της, εξυπηρετώντας πεντέξι νοματαίους.
Στέκεται με άδειο κεφάλι για λίγο μπροστά στα εικονίσματα, σταυροκοπιέται και γυρνώντας την πλάτη αρχίζει να κατηφορίζει∙ τα τζιτζίκια κρυμμένα στα κλαδιά των λιγοστών πεύκων την ξεκουφαίνουν και με κομμένη ανάσα από τη ζέστη κατευθύνεται προς την παραλία και το καφενείο. «Είναι νωρίς ακόμα» σκέφτεται «δε θα πέρασε ούτε μισή ώρα, ας πάω μια βόλτα από το πανηγύρι»…
Κάθε χρόνο στην καρδιά του καλοκαιριού, δυο-τρεις μέρες πριν τη γιορτή της Αγίας Παρασκευής, αρχίζουν να καταφτάνουν και να καταλαμβάνουν το χώρο πίσω από τα αντίσκηνα των παραθεριστών, κρατώντας μια απόσταση γύρω στα τριάντα με πενήντα μέτρα, διάφορα παιχνίδια, κούνιες, μικροπωλητές, μάγοι, «μασίστες» και κωμικοί. Απλώνονται τυχαία στα τσαΐρια, ανάμεσα στα βούρλα και στα γαϊδουράγκαθα με τις παράγκες και τους πάγκους τους, χωρίς κανένα σχέδιο, καμιά τάξη. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη χωροταξικής διαμόρφωσης, κανένας δρόμος. Όλα είναι δρόμος και τίποτε δεν είναι δρόμος. Ο καθένας μπορεί να καταλάβει όποιο χώρο θέλει χωρίς να υπάρχει φόβος για παρεξήγηση, γιατί τόπος υπάρχει άφθονος για όλους.
Ανήμερα της Αγίας Παρασκευής αρχίζουν το απογευματάκι να καταφτάνουν από το χωριό μέσα στη σκόνη και τον ήλιο οι βοϊδάμαξες με τους προσκυνητές του Αγίου Παντελεήμονα που είναι πολλοί. Γιατί μπορεί να αγαπούν την Αγία του χωριού και να την προσκυνούν και της κρεμούν μαλάματα, μάνα και προστάτισσά τους την έχουν, παρηγοριά και ελπίδα τους, αλλά και τον Άγιο Παντελεήμονα τον αγαπούν και τη γιορτή του τη χαίρονται, γιατί τους δίνει την ευκαιρία για τη μοναδική ετήσια ανάπαυλα στη ζωή τους. Αφού εκκλησιαστούν στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και μοιραστούν το κουρμπάνι που της θυσίασαν, φορτώνουν πολύχρωμα κιλίμια και κουβέρτες, κοφίνια, καλάθια με τρόφιμα, κατσαρόλες και πιατικά, στρώματα, μαξιλάρια, ψάθες και μουσαμάδες και ξεκινούν… Για δυο τρεις μέρες, πίσω και πλάι στις εγκαταστάσεις των μόνιμων κατασκηνωτών που έρχονται από την πόλη, θα στήσουν ένα ιδιόμορφο συνεχόμενο οικισμό με τα κάρα σε διάταξη και ανάμεσά τους πρόχειρες κατασκευές με τέντες και μουσαμάδες, θα στηθούν γρήγορα πυροστιές και γκαζιέρες, θα μεταφερθεί η ζωή όλη δίπλα στη θάλασσα με όλες τις λεπτομέρειες και τη λάτρα της, οι γυναίκες θα μαγειρέψουν, θα στρώσουν στη γη πλούσια γεύματα, θα ανταλλάξουν ευχές και χρόνια πολλά, θα προσκυνήσουν τον Άγιο και το «πανηγύρι» του και το βράδυ, άλλοι πάνω στα κάρα και άλλοι στην αμμουδιά, θα κοιμηθούν τον πιο γλυκό ύπνο της χρονιάς, με το νανούρισμα της θάλασσας, κάτω απ’ τον πολύαστρο ουρανό, παρακολουθώντας τα πεφτάστερα και κάνοντας κάθε τόσο μυστικές ευχές.

Οι περισσότεροι θα μείνουν μόνο για δυο τρεις μέρες∙ λίγοι θα φτάσουν τη βδομάδα. Πάντως ένα είναι σίγουρο∙ πως το καφενείο της Αργυρής γνωρίζει τις μεγάλες δόξες του αυτές τις μέρες. Ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες που μαζεύονται οι άντρες να παίξουν κανένα τάβλι ή καμιά πρέφα, να κεράσουν και να κεραστούν για το αντέτι, να αλληλοπειραχτούν, να ρίξουν και καμιά κλεφτή ματιά στα κοριτσόπουλα και από βδομάδα, άντε πάλι στο μαγγάνι.
Εκεί λοιπόν στο «πανηγύρι» κατευθύνεται η Αργυρή. Νωρίς είναι ακόμα. Ο κόσμος αναπαύεται. Οι προσκυνητές δεν άρχισαν να φτάνουν. Αφηρημένη χαζεύει τους πάγκους με μπιχλιμπίδια, οι πωλητές σε αποχαύνωση από τη ζέστη, την προσκαλούν χωρίς πολλή όρεξη «να δει και να μη πάρει», σταματάει για λίγο στο καροτσάκι ενός παγωτατζή, ζητάει ένα κασάτο, πληρώνει και απομακρύνεται αφοσιωμένη τώρα στο παγωτό της, όταν τον βλέπει.
Ψηλός, καλοβαλμένος, καθαρός, με μαύρο παντελόνι και λευκό πουκάμισο στην τρίχα, γυρισμένα τα μανίκια στους αγκώνες, μελαχροινός και ηλιοκαμένος, το μαλλί καλοχτενισμένο και καλογυαλισμένο με μπόλικο μπριγιόλ, λεπτό μουστακάκι που ακολουθεί διακριτικά την καμπύλη του πάνω χείλους. Διαπραγματεύεται το σκιερό χώρο δίπλα σ’ ένα φορτηγό.
Η Αργυρή ταράζεται και συγχρόνως ξαφνιάζεται από την ταραχή της. Τι στο καλό… αυτά πια πάνε, τελείωσαν γι’ αυτήν∙ κι ωστόσο κάνει ένα γύρο και προσπαθώντας όσο γίνεται να επιμηκύνει τη διάρκεια του παγωτού της που λιώνει με μεγάλη ταχύτητα και θεωρώντας πως η ύπαρξή του της εξασφαλίζει άλλοθι να συνεχίσει να τριγυρνάει εκεί, με σφιγμένο στομάχι και κάθιδρα χέρια επιστρέφει και περνάει από μπροστά του, τάχα αδιάφορη. Εκείνος οργάνωσε ήδη το χώρο του και κάθεται πίσω από ένα κιβώτιο σ’ ένα πτυσσόμενο καρεκλάκι. Δίπλα του μια βαλίτσα καρό ξεθωριασμένη. Μία τράπουλα ακουμπισμένη στο κιβώτιο. Μόλις τη βλέπει «ορίστε, κυρία μου, κοπιάστε! Μόλις σας είδα, είπα να το γούρι μου. Θα μου κάνετε σεφτέ και θα μου φέρετε γούρι, είμαι βέβαιος» και διαλέγει τρία χαρτιά από την τράπουλα. Η Αργυρή τραυλίζει θλιβερά «μα όχι, όχι εγώ… δεν…» «Ελάτε, μη διστάζετε, κυρία μου, είστε το γούρι μου∙ ορίστε σας παρακαλώ, θα ποντάρω εγώ για σας». Βγάζει από την τσέπη και ακουμπά στο κιβώτιο ένα ταλαιπωρημένο χαρτονόμισμα. «Ελάτε, κυρία μου, σας παρακαλώ συγκεντρώστε την προσοχή σας»∙ της δείχνει τα τρία χαρτιά που κρατά στα χέρια του: «εδώ παπάς, εκεί παπάς… που είν’ ο παπάς;» Με επιδεξιότητα ανακατεύει τα χαρτιά και τα ρίχνει πάνω στο αυτοσχέδιο τραπεζάκι του. «Ορίστε, κυρία μου, πείτε μου, πού είναι ο παπάς;» Η Αργυρή νιώθει να ζαλίζεται, το κεφάλι της βουίζει, αισθάνεται χάλια κι όμως απλώνει το χέρι της σε μια αξιοθρήνητη χειρονομία και δείχνει ένα χαρτί. «Μπράβο, μπράβο, κυρία, ορίστε κερδίσατε∙ το ήξερα ότι θα είστε το γούρι μου∙ ορίστε μαζί σας πόνταρα και κέρδισα κι εγώ. Πάρτε σας παρακαλώ τα χρήματα∙ τα κερδίσατε, σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, αν δεν τα πάρετε θα μου πάει στραβά η δουλειά» και με μια γρήγορη κίνηση βάζει το διπλωμένο χαρτονόμισμα στο χέρι της. Η Αργυρή σαστισμένη γύρισε την πλάτη και προσπαθώντας να διατηρήσει το βήμα της αργό και ίσια την πλάτη, κατευθύνεται προς το καφενείο. Η καρδιά της χοροπηδάει σαν τρελή.
Η κίνηση αρχίζει να ζωηρεύει. Ανοίγει το καφενείο, κουβαλάει δύο κουβάδες θαλασσινό νερό και το σκορπάει μπροστά στα τραπεζάκια να δροσίσει. Ο κόσμος αρχίζει να έρχεται. Λίγο λίγο γεμίζουν όλα τα καθίσματα. Η Αργυρή ακάθιστη μέχρι το βράδυ, πάει κι έρχεται ακόμα κι όταν δεν χρειάζεται. Μια ακατανόητη υπερδιέγερση τη διαπερνά και νιώθει να κοκκινίζει ως τις ρίζες των αυτιών της. Κουβαλά χωρίς ίχνος κούρασης φορτωμένους τους δίσκους μέσα έξω. Γκαζόζες, πορτοκαλάδες, υποβρύχια, ούζα. Η παγωνιέρα αδειάζει, τη γεμίζει και την ξαναγεμίζει κουβαλώντας τα καφάσια των αναψυκτικών από το πίσω μέρος του καφενείου. Τα συχνά ανοίγματα έλιωσαν τον πάγο πιο γρήγορα. Τον κοιτάζει με ανησυχία∙ θα κρατήσει μέχρι το πρωί που θα φτάσει το πρώτο λεωφορείο από την πόλη και θα φέρει τον καινούριο πάγο; Όταν ξαναβγαίνει, αυτός κάθεται σ’ ένα τραπεζάκι με δυο άλλους του πανηγυριού. Της χαμογελάει με οικειότητα και παραγγέλνει τρεις μπύρες φιξ να κεράσει και τους φίλους. Ο κόσμος αραιώνει. Κάτι παλικαράκια τράβηξαν τις καρέκλες κοντά στο κύμα και τραγουδούν «αραπίνες μαύρες ερωτιάρες…». Οι γκαζόλαμπες μία μία μπροστά στα αντίσκηνα αρχίζουν να σβήνουν. Το λουξ του καφενείου θα σβήσει τελευταίο.
Σαν ξημέρωσε του Αγίου Παντελεήμονα, η Αργυρή σηκώθηκε νωρίς κι ετοίμασε το καφενείο. Στις 9 παρέλαβε τον πάγο και μερικές άλλες παραγγελίες, κουβάλησε κι απ’ την τουλούμπα δύο στάμνες δροσερό νερό, τις καπάκωσε με δυο κουκουνάρια κι άλλες ψιλοδουλειές τελείωσε μέσα κι έξω. Μετά κλείστηκε στο δωμάτιό της, πρόχειρα χωρισμένο με χάρντμπορντ από τον κυρίως χώρο του καφενείου, άνοιξε το μπαούλο κι ανέσυρε ένα φουστάνι χρόνια αφόρετο, εμπριμέ λουλουδιαστό, παλιομοδίτικο με ζαπονέ μανίκια. «Πούθε κρατάει κι αυτό;» αναρωτήθηκε. Έβγαλε τη ρόμπα και το δοκίμασε. Το φόρεμα γλίστρησε με ευκολία πάνω στο σώμα της και το αγκάλιασε δροσερά. Είχε αδυνατίσει και σακούλιαζε στο στήθος και στην κοιλιά. «Αχ, νάταν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία» μουρμούρισε, και πέρασε τις ανοιχτές παλάμες πολλές φορές πάνω απ’ το φόρεμα, σαν να το σιδέρωνε. Στο τέλος όμως φάνηκε ικανοποιημένη. Την ενοχλούσαν λίγο τα ζαπονέ μανίκια που έφταναν μέχρι τη μέση του πήχυ και τη ζέσταιναν. Όμως αυτό δεν την πείραζε καθόλου∙ θα έκανε υπομονή και οι άλλοι πού ξέρουν αν ζεσταίνεται ή όχι;
Λίγο αργότερα και προτού απολύσει η λειτουργία στον Άγιο Παντελεήμονα, πίσω πάλι στο χώρο των πανηγυριστών, άπλωνε το ροζιασμένο χέρι με συστολή στον πάγκο ενός γυρολόγου να πάρει ένα φτηνό κραγιόν. Επιστρέφει τρέμοντας στο καφενείο∙ μπροστά σ’ ένα μικρό καθρέφτη που κρέμεται χρόνια σκονισμένος από ένα δοκάρι απλώνει το κοκκινάδι στα χείλη της και κοκκινίζει ολόκληρη από ντροπή. Στέκεται και βλέπει με απορία το απλωμένο κοκκινάδι κάτω απ’ το σκούρο χνούδι του μουστακιού κι αναρωτιέται για ώρα αν έτσι έγινε πράγματι πιο όμορφη. Τρομαγμένη και καταπτοημένη από την εικόνα της, παίρνει ένα μαντήλι και σκουπίζεται. Ίσα που πρόλαβε, γιατί έφτασαν οι πρώτοι πελάτες και σήμερα θα είχε πολλή δουλειά.
Η μέρα πέρασε μέσα σε παραζάλη, μέσα έξω, παραγγελίες, αναψυκτικά και φραγκοδίφραγκα που άλλαζαν με φούρια χέρια. Η Αργυρή κάθε φορά που παίρνει μια παραγγελία χώνεται βιαστικά στο εσωτερικό του καφενείου και ξαναβγαίνει σαρώνοντας με βλέμμα ανήσυχο όλα τα τραπεζάκια. Όσο περνάει η ώρα αγριεύει το πρόσωπό της από την κούραση και γίνεται ολοένα πιο εριστική με τα πιτσιρίκια που γυροφέρνουν τους μεγάλους μήπως κι εξασφαλίσουν κανένα φιλοδώρημα να το ξεκάνουν πάραυτα στο πανηγύρι… Ένα θορυβώδες αντρικό καλωσόρισμα, μια μικροφασαρία από ανακατατάξεις στα δύο τραπεζάκια φάτσα στη θάλασσα την έκαναν να στραφεί προς τα κει. Ανάμεσα στους πανηγυριώτες χωρικούς που έπαιζαν από ώρα χαρτάκι θρονιάστηκε κιόλας σε περίοπτη θέση ο ξένος. Παίρνει την τράπουλα και τη γυροφέρνει σκεφτικός στα χέρια∙ ξαφνικά τα χαρτιά αρχίζουν να χοροπηδούν ανάλαφρα ανάμεσα στα δάχτυλά του διαγράφοντας χαρούμενες πιρουέτες στον αέρα και καταλήγοντας μια στη δεξιά μια στην αριστερή παλάμη. Οι χωριάτες παρατηρούν μαγεμένοι τα επιδέξια δάχτυλα κι εκείνο το μικρό του αριστερού χεριού με το μακρύ νύχι και το χρυσό δαχτυλίδι με τα εγχάρακτα σχέδια και την κατακόκκινη πέτρα. Τα δικά τους δάχτυλα φαγωμένα και ροζιασμένα από τη γη και την αρμύρα, σκληρά και άκαμπτα, μαθημένα στις χοντροδουλειές, αδυνατούν να ανταποκριθούν σε τόσο λεπτεπίλεπτες δραστηριότητες, όπως το ανακάτεμα της τράπουλας. Μπαίνουν στο παιχνίδι με χαρούμενη διάθεση, αλληλοπειράζονται, κερδίζουν και χάνουν και δώστου η Αργυρή πηγαινοφέρνει τα κεράσματα-τιμήματα των χαμένων, ουζάκια ξεροσφύρι σε κοντόχοντρα γυάλινα ποτηράκια, τα βλέμματα ζωηρεύουν, στο ραδιόφωνο βραχνά μέσα από τα παράσιτα «αγάπη πούγινες δίκοπο μαχαίρι» και «σβήστε τα φώτα σβήστε το φεγγάρι… τον πόνο μου μη δει».
Η Αργυρή κουβαλάει ένα δίσκο με τηγανητά μεζεδάκια, «φάτε, κερνάει το μαγαζί μέρα που είναι…» και κοκκινίζει ή τουλάχιστον έτσι νομίζει και στρέφει με βιασύνη την πλάτη στον αντρικό πληθυσμό που σήμερα χαλαρώνει και ξεσπαθώνει και δεν ξαφνιάζεται από τίποτε… Αχ, γλυκιά που είναι η ζωή! Ένα αραιό πολύχρωμο πάνε έλα στην παραλία και στα τσαΐρια, βαρκούλες-κούνιες στον αέρα, μια από δω μια από κει, παγωτό κασάτο και μαλλί της γριάς στα χέρια των παιδιών, άρωμα ψημένης κουκουνάρας και καμένης ζάχαρης, κάποια παλικαράκια στην ουρά μπροστά σ’ ένα μηχάνημα που υποτίθεται ότι μετράει τη δύναμή τους, παράγοντας κραδασμούς, παιδιά και σκυλιά εξερευνούν με μανία την άμμο, ο ήλιος πάει προς τη δύση του και φανερώνει το πιο γλυκό, το πιο όμορφο ρόδινο πρόσωπό του. Τρεις κοπελίτσες σαν πίνακας του Μποτιτσέλι, σφίγγουν εναγώνια άλλη το χρυσό σκουλαρίκι της και άλλη το χρυσό σταυρό της, με βλέμμα γεμάτο προσδοκίες, καρτερώντας τη μαγική στιγμή που ο ήλιος θα βουτήξει ολότελα στον ορίζοντα, να πουν τις μυστικές ευχές τους, γιατί έτσι, ό,τι ζητήσουν, η τύχη θα τους το φέρει… Σήμερα και στην καρδιά της Αργυρής φτερουγίζει αβέβαια μια μικρούλα ευχή, δειλή και ανείπωτη.
Νυχτώνει, οι μουσικές και τα γλέντια δυναμώνουν και κορυφώνονται λίγο πριν από το τέλος του πανηγυριού, που ορίζεται από την ώρα που οι περισσότερες οικογένειες έχουν συνηθίσει να πηγαίνουν για ύπνο, δηλαδή γύρω στις έντεκα, αν και εδώ δεν υπάρχουν ρολόγια και αν υπάρχει κανένα, μικρή σημασία έχει. Εκείνες τις στιγμές, σαν να φουσκώνει ένα ποτάμι χαράς, παρασύρει τους ανθρώπους που αφήνονται στη συμμετοχή τους στο γλέντι με κάθε τρόπο, άλλος με τραγούδι, άλλος με χορό, άλλος με παιχνίδια, άλλος με ανεπανάληπτα γλυκές κουβέντες στην ακρογυαλιά, γιατί ξέρουν πως ό,τι και να γίνει, το πανηγύρι τελείωσε και σε λίγες μέρες πάει ο Ιούλιος, κι από Αύγουστο χειμώνας, η γη περιμένει κι ο μόχθος πολύς και τα οφέλη λίγα… του χρόνου πάλι. Οι οικογένειες μαζεύονται στις σκηνές, κάποιοι μικροέμποροι του πανηγυριού ετοιμάζουν το έχει τους, για να φύγουν αύριο πρωί πρωί, ένα ένα τα φώτα σβήνουν. Μόνο η μικρή γκαζόλαμπα στο δωμάτιο της Αργυρής, όπως πάντα, αχνοφέγγει να διώχνει τους φόβους και τις σκιές.

Εκείνο το βράδυ η Αργυρή ονειρεύτηκε πως άπλωνε άσπρα σεντόνια, πολλά σεντόνια και τα έβλεπε ν’ ανεμίζουν στον ήλιο κι αυτή όλο έσκυβε σ’ ένα πανέρι να σηκώσει κι άλλο ένα, να τ’ απλώσει και σκεφτόταν αν θα έφταναν τα σκοινιά… Το πρωί ξύπνησε νωρίς παρά την κούραση της προηγούμενης μέρας. Έβαλε ένα τσίτινο φουστάνι, γυρόφερνε το καφενείο, στάθηκε στο πίσω μέρος του, εκεί που ήταν κρεμασμένο το μουσλούκι, έριξε νερό στο πρόσωπό της, πέρασε μια χτένα στα μαλλιά, έκανε γύρω πάλι και αγνάντεψε τη θάλασσα∙ πάντοτε η μεταξένια γαλήνη της πρωινής θάλασσας της έφερνε μια ανεξήγητη μελαγχολία. Τι να σήμαινε άραγε το όνειρο; «Το σεντόνι δεν είναι καλό, είναι πίκρα, δρόμος, αποχωρισμός. Το άσπρο όμως; Το άσπρο είναι καλό. Δεν βαριέσαι, όνειρα…» Αναζήτησε δυο-τρία πιαστράκια στις τσέπες της να συμμαζέψει τα μαλλιά της. Ένας απροσδιόριστος πόνος σερνόταν αργά σα φίδι και ανέβαινε από το στομάχι προς το λαιμό. Με τα χέρια στα μαλλιά και τους αγκώνες στον αέρα, σαν φτερούγες διπλωμένες, τη βρήκε ο ξένος.
Την καλημέρισε ευγενικά. Στα χέρια του προχειροδιπλωμένα δύο πουκάμισα άσπρα. «Ξέρετε, κυρία Αργυρή, να, σκέφτηκα να ρωτήσω μήπως ευκολύνεστε να περιποιηθείτε τα πουκάμισα κι ό,τι κάνει μην ανησυχείτε, μια κι εγώ δεν έχω τις ανέσεις…»
Απλώνει τα χέρια να τα πάρει, «δεν είναι τίποτε, δεν κάνει τίποτε, μέχρι το απόγευμα θα είναι έτοιμα»∙ γυρίζει την πλάτη χωρίς άλλη κουβέντα και εισβάλλει στο καφενείο. Ακούει τη φωνή του πίσω της με περισσότερη οικειότητα τώρα∙ «δεν είναι βιασύνη, Αργυρή».
Για ένα λεπτό τραβιέται πίσω από την πόρτα∙ κρατά σφιχτά τα δυο πουκάμισα στα χέρια∙ σκύβει και χώνει μέσα τους το πρόσωπό της, ανασαίνει βαθειά την αψιά μυρωδιά τους. Ζαλίζεται, νομίζει ότι θα λιποθυμήσει. Φοβάται μήπως κάποιος είδε την κίνησή της. Προσπαθεί να συνέλθει και να συμμαζέψει όπως όπως τα συναισθήματά της.
Η αλήθεια είμαι όμως πως το πραγματικό πανηγύρι για την Αργυρή ήταν αυτή τη μέρα. Έπλυνε τα πουκάμισα, τα λουλάκιασε, τα άπλωσε στον ήλιο, τα καμάρωσε, παρακολούθησε τις χαρούμενες χορογραφίες τους στον μπάτη. Τα χάιδεψε και τα ξαναχάιδεψε με μάτια και με χέρια. Τ’ απόγευμα άναψε κάρβουνα στο σίδερο, το τίναξε πολλές φορές πέρα-δώθε στον αέρα ν’ ανάψουν καλά και να κρατήσουν, τα καλοσιδέρωσε, τα δίπλωσε όμορφα, τ’ ακούμπησε στο κρεβάτι της κι ανάμεσα σ’ όλα αυτά, ακροβατώντας με έξαψη ανάμεσα στα τραπεζάκια εξυπηρετούσε και την πελατεία της που σήμερα είχε ελαττωθεί.
Πάντως σαν ξαναγύρισε αυτός κατά το βραδάκι να παραλάβει τα πουκάμισα και ήρθε η ώρα να τακτοποιήσουν τους λογαριασμούς τους, κλείστηκαν μέσα στο καφενείο και κανείς δεν είδε ούτε άκουσε τίποτε για το δούναι και λαβείν. Και η νύχτα ήρθε ήσυχη και γλυκιά και ο ύπνος έμπαινε σιωπηλά από αντίσκηνο σε αντίσκηνο, μια και δεν έβρισκε πόρτα να χτυπήσει και τους αγκάλιαζε όλους με όνειρα και κανείς δεν πήρε είδηση πως εκείνο το βράδυ δεν αχνόφεγγε η γκαζόλαμπα της Αργυρής.
Κανείς δεν είδε και δεν άκουσε πώς ο ξένος εγκαταστάθηκε στο καφενείο. Και κανείς δεν ρώτησε τίποτε. Αποδέχτηκαν με την πρέπουσα σοβαρότητα την καινούρια κατάσταση σαν ένα επίσημο και τελεσίδικο γεγονός. Είχαν καιρό για κουβέντες και κουτσομπολιά αργότερα, τα κρύα βράδια του χειμώνα, οι άντρες στα καφενεία και οι γυναίκες στα πασταλιάσματα. Μόνο κάποιοι σταυροκοπήθηκαν και είπαν πως να ο Άγιος Παντελεήμονας το έκανε το θαύμα του και σπλαχνίστηκε την Αργυρή και της έφερε έναν άντρα να μην παιδεύεται μόνη στις ερημιές.
Κατά τα άλλα μέχρι τα τέλη του Ιούλη γιορτές και πανηγύρια σχόλασαν. Οι χωριάτες επέστρεψαν στα σπίτια τους. Το ίδιο και πολλοί παραθεριστές. Το τοπίο έγινε ξαφνικά μελαγχολικό∙ οι λίγοι κατασκηνωτές που απέμειναν δεν απολάμβαναν πια την παραμονή τους στη θάλασσα. Τους έλειπαν οι γείτονες, οι φωνές των παιδιών, το χαρούμενο πάνε-έλα. Μέχρι τον δεκαπενταύγουστο θα έφευγαν όλοι.
Τώρα στην καθημερινή παρέα του καφενείου προστέθηκε και ο ξένος. Οι χωριάτες τον αποζητούν∙ δεν γουστάρουν πια τη συντροφιά τους, ούτε το χαρτάκι χωρίς αυτόν∙ αν καθυστερήσει να βγει, γκρινιάζουν, μαλώνουν μεταξύ τους, δεν βρίσκουν το παλιό τους τέμπο. Σαν τον δουν να ξεπροβάλει ηρεμούν, ξαναβρίσκουν το χαμένο κέφι τους, παίρνουν γρήγορα θέσεις και αρχίζουν οι πολύωρες τραπουλομαχίες που χάρη σ’ αυτόν απέκτησαν ένα καινούριο νόημα. Και όταν τους κερδίζει, σπάνια, γιατί είναι κύριος και δεν επιτρέπει αυτό να συμβεί συχνά, τότε το θεωρούν τιμή τους να τον κεράσουν και προβαίνουν σε σπουδαίες χειρονομίες, άγνωστες στο παρελθόν, όπως π.χ. να κεράσουν όχι μόνο το νικητή αλλά για χάρη του και τους άλλους της παρέας. «Κυρά Αργυρή, κέρνα τρεις γλυκύβραστους και δυο πικρούς φαρμάκι στους ξινισμένους από δω!» «Κυρά Αργυρή!» Τώρα της φέρονται με σεβασμό. Ξεχάστηκαν τα παλιά ψιλοπειράγματα. Θυμήθηκαν και τ’ όνομά της, χρόνια ξεχασμένο και τα «ε, φέρε κανά ούζο, ε, δεν ακούς, δυο γλυκύβραστους είπα και γρήγορα».
Η Αργυρή με σοβαρότητα και ευπρέπεια συνεχίζει πέρα δώθε τα σερβιρίσματα, τα κουβαλήματα, τα σκουπίσματα, τα πλυσίματα… Και τα βράδυα, όταν φεύγει κι ο τελευταίος πελάτης και ησυχάζουν τα πάντα, αφού σκουπίσει το καφενείο και πετάξει όλη την άμμο έξω, αφού στρώσει σαρώνοντας την άμμο κάτω και γύρω από τα τραπεζάκια, τακτοποιεί δίπλα-δίπλα μπροστά στην είσοδο του καφενείου τις παντόφλες τους, τις δικές της και τις δικές του. Τις κοιτά με ικανοποίηση, ίσως και να χαμογελάει κιόλας και σφαλίζει την πόρτα πίσω της.
Είναι αλήθεια πως συμβαίνουν θαύματα στη ζωή του ανθρώπου και στη ζωή της Αργυρής έγιναν κι άλλα θαύματα μεμιάς. Πάνε τα τρεξίματα και τα βάσανα, μέρες να παλεύει και άκρη να μη βρίσκει με τις δουλειές της γης. Αυτή μόνο του έδειξε: να τα σταροχώραφα, να τα καπνοχώραφα, εδώ βάζω το χασλαμά, εδώ είναι η λόκβα που ποτίζουμε τα ζώα. Κι εκείνος ως δια μαγείας, όλες τις δουλειές τις είχε τελειωμένες την ώρα που έπρεπε, κινώντας τα νήματα μιας πολύπλοκης συνεργασίας με τους καινούριους φίλους του, με την ίδια ταχυδακτυλουργική μαεστρία που ανακάτευε τα χαρτιά της τράπουλας. Γιατί πρέπει να πούμε πως γύρω από το τραπέζι του καφενείου δημιουργήθηκε ένα είδος βαθιάς αλληλοκατανόησης, με συνέπεια να συμπτυχθεί μια συμμαχία, με κύριο όπλο την αλληλεγγύη. Δεν προλάβαινε να ζητήσει συμβουλή ή συνδρομή ο ξένος και η δουλειά του βρισκόταν τελειωμένη. Άλλωστε όσο πιο γρήγορα τελείωναν οι δουλειές του τόσο πιο πολύ χρόνο θα είχαν στη διάθεσή τους να απολαύσουν τη χαρτοπαιξία τους. Έτσι οργώθηκε η γη, έτσι έγινε η σπορά, έτσι έγιναν τα παστάλια στη μικρή παραγωγή καπνών της Αργυρής από την προηγούμενη χρονιά, έτσι και ο χασλαμάς και τα καπνά και το μποστάνι αργότερα. Κι όπως όλα δούλεψαν ρολόι, έτυχε αυτή τη χρονιά και τον καπνό και το σιτάρι να τ’ αγοράσουν οι έμποροι σε καλύτερες τιμές, άλλο θαύμα κι αυτό, και γέμισαν οι τσέπες λεφτά. Και της Αργυρής και του ξένου∙ και η σιρμαγιά στο συρτάρι τυλιγμένη σ’ ένα φύλλο εφημερίδας, δεμένη γερά με σπάγγο. Και η Αργυρή ξεκουράστηκε∙ κι αυτός της κουβαλούσε τα καλύτερα: κρέατα, ψάρια, λαχανικά. Η Αργυρή άρχισε ν’ ασπρίζει, να μαλακώνει, να παχαίνει. Κι όταν έπεσε βαρύς ο χειμώνας, που ο αέρας λυσσομανούσε και ξήλωνε τα κεραμίδια του καφενείου και η θάλασσα έφτανε μέχρι μέσα, τα μάζεψαν και μεταφέρθηκαν στο χωριό. Παγωνιά-ξεπαγωνιά, άσπρισαν τα δωμάτια και πέρασαν ώχρα στο πάτωμα στο χαγιάτι.

Τότε ήταν που άρχισε το σούσουρο στο χωριό. Όσο το ζευγάρι ζούσε ξεκομμένο στη θάλασσα δεν φαίνονταν να ενοχλούνται πολλοί. Τώρα που μεταφέρθηκε κοντά τους, ανάμεσά τους, τώρα που η παρέα των παραθαλάσσιων χαρτοπαιγνίων μεταφέρθηκε στο ένα και μοναδικό καφενείο του χωριού, τώρα που η Αργυρή ξεμύτιζε να πάει στο μπακάλικο και άρχισε τα σούρτα-φέρτα στο γιατρό, τώρα δεν κρατιούνται: «τον σπίτωσε τον παπατζή η μουστακαλού», «τι δουλειά έχει όλη την ώρα στο γιατρό;», «την γκάστρωσε ο παπατζής;», «τι τα ‘θελε αυτά η μίζερη; Θέλει να κάνει πάλι αποθαμένο, θέ μου σχώρνα με».
Η Αργυρή τα καταλαβαίνει όλα∙ έγινε ευαίσθητη και συλλαμβάνει όλες τις κινήσεις και τους ψιθύρους πίσω απ’ την πλάτη της μα δε τη νοιάζει. Μόνο κάθε Κυριακή, πρωί πρωί, μόλις ανοίξει την εκκλησία ο παπάς κι αρχίσει τις πρώτες κινήσεις του τελετουργικού, προτού αρχίσει να καταφτάνει ο κόσμος, πηγαίνει κι ανάβει ένα κεράκι στην Αγία Παρασκευή και φεύγει βιαστική. Το σούσουρο όμως μεγαλώνει και απλώνεται και τρυπώνει στα σπίτια των ευυπόληπτων νοικοκυραίων, στις αυλές, στα χαγιάτια και στις κουζίνες και στα λιακωτά κι όλο πολλαπλασιάζεται και γίνεται κρεβατομουρμούρα στις κρεβατοκάμαρες των φίλων του «παπατζή». «Τι δουλειά έχεις εσύ μ’ αυτόν; Ξέρεις πούθε κρατάει η σκούφια του; Και για πες; Ευλογάς τις πομπές τους; Έτσι είσαι και συ! Βρωμιάρης, σαν όλους τους άντρες. Μη δείτε ποδόγυρο ξέμπαρκο…» Και πέφτουν τα πεθερικά και πέφτουν και τα σόγια λέγε-λέγε κι αρχίζουν ένας-ένας οι φίλοι να ξεγλιστρούν και να χάνονται για καιρό και στο τραπέζι της παρέας έπεσε μια παγωνιά και τίποτε πια δεν είναι όπως πριν…
Σαν ζέστανε ο καιρός έφυγαν πάλι στη θάλασσα∙ στο τραπέζι του καφενείου της Αργυρής άρχισαν να επανακάμπτουν οι φίλοι με ένοχο ύφος. Κανείς δε ζήτησε και κανείς δεν έδωσε εξηγήσεις, μόνο το ρίξαν και πάλι στο χαρτί με μία ένταση γεμάτη θεατρικότητα. Πλατειές χειρονομίες, δυνατή φωνή, χτύπημα των χαρτιών στο τραπέζι, βρισίδι άγριο στις αποτυχίες, σα να ήθελαν να πνίξουν μέσα στη βωμολοχία ό,τι άσχημο προηγήθηκε και τους κατέστρεψε τη μαγεία της παρέας. Παρ’ όλα αυτά διατήρησαν όλη την παλιά τελετουργία της μεγαλοπρεπούς αποδοχής της ήττας που συνοδευόταν από κεράσματα και λοιπά.
Τα σχολεία έκλεισαν και άρχισαν πάλι να καταφτάνουν οι παραθεριστές από την πόλη. Η θάλασσα γλύκανε να τους δεχτεί στην αγκαλιά της. Η παραλία πήρε να ζωντανεύει. Η συγκοινωνία από την πόλη έγινε πάλι τακτική∙ τρεις φορές τη μέρα έφτανε το λεωφορείο, πρωί, μεσημέρι και βράδυ, ορίζοντας το χρόνο και δημιουργώντας μια παροδική κινητικότητα. Τα πράγματα μπήκαν στην τροχιά του καλοκαιριού, απαράλαχτα όπως κάθε χρόνο∙ τίποτε δεν τάραζε την ιερή επανάληψη των πραγμάτων που τόσο κάνει τους ανθρώπους να βαριούνται μερικές φορές, από την άλλη όμως τους εμπνέει σιγουριά κι ασφάλεια. Το πανηγύρι πλησίαζε και το ζευγάρι έκανε τις απαραίτητες προμήθειες για το μαγαζί.
Παραμονή και ανήμερα της Αγίας Παρασκευής έκανε αφόρητη ζέστη∙ οι προσκυνητές έφταναν ταλαιπωρημένοι από τη λάβρα με τα κάρα τους και η πρώτη φροντίδα τους ήταν να φροντίσουν τα ιδρωκοπημένα και ασθμαίνοντα βόδια. Κουβαλούσαν μπόλικο νερό απ’ την τουλούμπα να τα ποτίσουν και να τα δροσίσουν. Οι πλανόδιοι του πανηγυριού διαμαρτύρονταν για τη μικρή κίνηση λόγω ζέστης.
Όλη μέρα αυτός καθόταν αμίλητος και βαρύς και έπινε καφέδες και νερά. Προχωρημένο απόγευμα, πήρε μια άδεια κάσα από μπύρες, ένα πτυσσόμενο καρεκλάκι και την τράπουλα και κίνησε για το πανηγύρι. Αυτό η Αργυρή δεν το περίμενε αλλά δε μίλησε. Σιωπηλή συνέχισε να πηγαινοέρχεται και να εξυπηρετεί τον κόσμο.

Όλη τη μέρα ένα θολό σκονισμένο φως απλωνόταν πάνω απ’ τα τσαΐρια κι έτσι δεν έγινε αμέσως αντιληπτή η θολούρα που έπεσε ξαφνικά και την μπέρδεψαν όλοι με τη δύση του ήλιου. Ωστόσο δεν ήταν ακόμα ώρα να δύσει ο ήλιος. Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό και την ίδια στιγμή μια δυνατή ριπή ανέμου σάρωσε την αμμουδιά. Η θάλασσα μαύρισε και αναρίγησε. Κανείς δεν πρόλαβε να προετοιμαστεί∙ ένα άγριο μπουρίνι ξέσπασε ξεκινώντας με ορυμαγδό βροντών, ανέμου και κυμάτων. Όλοι έτρεξαν να κρυφτούν στα αντίσκηνα. Οι προσκυνητές και οι γυρολόγοι καταπτοημένοι προσπαθούν να προφυλαχτούν από την απρόσμενη νεροποντή. Απλώνουν γρήγορα τους μουσαμάδες και κρύβονται από κάτω μουσκεμένοι ήδη ως το κόκκαλο. Τα αγριεμένα κύματα σαρώνουν την αμμουδιά και παρασέρνουν ό,τι κατρακύλησε εκεί σπρωγμένο απ’ το δυνατό αέρα. Παιδικά κουβαδάκια, πετσέτες της θάλασσας που στέγνωναν στα σκοινιά, καρέκλες, σκουπίδια, μπουκάλια. Τα αντίσκηνα τρίζουν. Τρομαγμένοι οι παραθεριστές τα κρατούν όπως όπως να μη σκορπίσουν. Νερά κατρακυλούν από παντού και μουσκεύουν τα πάντα. Η διψασμένη άμμος δεν προλαβαίνει να ρουφά.
Δυο τρεις πελάτες κλείστηκαν στο καφενείο μαζί με την Αργυρή που κοιτάζει συνέχεια την πόρτα. Κανείς δεν μιλάει. Όλοι περιμένουν να περάσει η μπόρα και καπνίζουν ανόρεχτα. Αλλά η βροχή αντί να σταματήσει δυναμώνει και οι αστραπές οργώνουν τον ουρανό. Οι χωριάτες, ο ένας μετά τον άλλο, σαν μετά από σιωπηλή συνεννόηση ζεύουν βιαστικά στα κάρα τα βόδια, ρίχνουν πάνω από τα κάρα τούς μουσαμάδες, σκεπάζουν τα γυναικόπαιδα με τα στρωσίδια, όσα τουλάχιστον από αυτά έμειναν στεγνά και παίρνουν το δρόμο του γυρισμού για το χωριό. Το ίδιο και οι γυρολόγοι, άλλοι με φορτηγάκια, άλλοι με μηχανάκια, άλλοι φιλοξενούμενοι στα κάρα του χωριού, φεύγουν κυλώντας με δυσκολία μέσα στις λάσπες. Φοβούνται μήπως κλείσει ο δρόμος κι αποκλειστούν∙ ένα περίεργο μακρύ καραβάνι από ετερόκλητα μεταφορικά μέσα προχωράει αργά μέσα στο σκοτάδι και τις τρομακτικές ομοβροντίες που τραντάζουν συθέμελα τη γη.
Όσο περνάνε οι ώρες τόσο το βλέμμα της Αργυρής αγριεύει∙ κάποια στιγμή ρίχνει μια ζακέτα στην πλάτη και πετιέται έξω∙ κανείς δεν την εμπόδισε. Πλατσουρίζοντας μέσ’ στα νερά και παραπατώντας στα σκοτεινά χώνεται στα τσαΐρια. Τρέχει, τρέχει δεν ξέρει πού, δεν υπάρχει ψυχή. Άδειασε ο τόπος, έφυγαν όλοι και οι υπόλοιποι κλεισμένοι στα αντίσκηνα. «Αχ, ανάθεμά με, γιατί δεν βγήκα αμέσως, γιατί δεν βγήκα αμέσως, ανάθεμά με, ανάθεμά με» τρέχει και τρέχει∙ βροχή και δάκρυα∙ δάκρυα και βροχή και σκοτάδι. «Πού πάω η έρμη, πού πάω!» Στέκεται αναποφάσιστη∙ σαν δέντρο μέσα στη βροχή ακίνητη. «Θεέ μου, ας ανοίξει η γη να με καταπιεί, Θεέ μου…» Με το τσίτι κολλημένο πάνω της, με τα νερά να κατρακυλούν από παντού, τρεκλίζοντας με αβέβαια παραπατήματα σαν κωμικός ακροβάτης μέσα στις σκοτεινές λακκούβες, γυρίζει πίσω. Έφυγαν όλοι… «καλύτερα, καλύτερα, καλύτερα» επαναλαμβάνει μέσα στα αναφιλητά της και δεν ξέρει τι εννοεί…
Την επόμενη μέρα, του Αγίου Παντελεήμονα, η παραλία μοιάζει βομβαρδισμένη. Η αμμουδιά ανακατεμένη με πρασινόμαυρα φύκια∙ στη θάλασσα που γαλήνεψε αλλά είναι ακόμα σκοτεινή επιπλέουν ξύλινες καρέκλες, σκισμένες τέντες, ψάθες και σάζια από αντίσκηνα που δεν άντεξαν. Οι κατασκηνωτές παλεύουν να επαναφέρουν την τάξη. Απλώνουν στα σκοινιά τα μουσκεμένα να στεγνώσουν, καρφώνουν, σκουπίζουν, τακτοποιούν. Τίποτε δεν ήταν, δόξα τω Θεώ! Ένα συνηθισμένο μπουρίνι! Κάπως αργά έφτασε και ο παπα-Απόστολος από το χωριό και λειτούργησε τον Άγιο, μεγάλη η χάρη του.
Την Αργυρή τη βρήκε το ξημέρωμα ξύπνια με μάτια στεφανωμένα από μαύρους κύκλους∙ πέρασε όλη τη νύχτα με μάτια ορθάνοιχτα και δεν έκανε κουράγιο ούτε το βρεγμένο φουστάνι να βγάλει, που στέγνωσε επάνω της. Ακόμα κι όταν το φως της καινούριας μέρα άρχισε να αχνοφέγγει, αυτή συνέχιζε να στέκει ακίνητη∙ έπειτα την έπιασε ένα δυνατό ρίγος∙ χτυπιόταν ώρα σαν το ψάρι και τα δόντια της κροτάλιζαν μ’ ένα θόρυβο αγριευτικό∙ τότε σηκώθηκε, πήρε δυο κουβέρτες από το μπαούλο και τυλίχτηκε στο κρεβάτι μέχρι που την πήρε ο ύπνος… Κοιμήθηκε βαθιά πολλές ώρες κι όταν ξύπνησε πετάχτηκε αλαφιασμένη από το κρεβάτι κι όρμησε στο συρτάρι που φύλαγε τι σιρμαγιά. Το δεματάκι ήταν εκεί φυλαγμένο κάτω από τα ρούχα. Έλυσε το σπάγγο με χέρια που έτρεμαν κι έσχισε βιαστικά την εφημερίδα. Μέτρησε και ξαναμέτρησε τα χαρτονομίσματα∙ δεν έλειπε δραχμή. Τα μάζεψε και τα έχωσε πάλι κάτω από τα ρούχα. Έκλεισε το συρτάρι και τα χέρια της έπεσαν κάτω άτονα∙ απορημένη, ντροπιασμένη, πληγωμένη, έτσι κι αλλιώς ξέρει πως δεν έχει τη δύναμη τώρα να σκεφτεί και να ξεδιαλύνει το τι τρέχει μέσα στο κεφάλι της, γι’ αυτό ντύνεται κι αρχίζει με φούρια να τακτοποιεί το καφενείο μέσα κι έξω. Μέχρι το βράδυ, τίποτε δεν θύμιζε τη χτεσινή νύχτα. Ακόμα και η Αργυρή κατά το δειλινό, μια και σήμερα ψυχή δεν πάτησε στο μαγαζί, έβαλε κι αυτή το λουλουδιαστό φουστάνι με τα ζαπονέ μανίκια και τράβηξε στον Άγιο, ν’ ανάψει δυο κεριά…
Στο πίσω μέρος της παλιάς φωτογραφίας με μελανί μολύβι σημειώνεται με πλάγιο γραφικό χαρακτήρα η ημερομηνία∙ 30 Ιουλίου 1958. Την τράβηξε τέσσερις μέρες μετά τα γεγονότα ένας γείτονας του καφενείου, παραθεριστής∙ αφού μάζεψε το αντίσκηνο, το νοικοκυριό και την οικογένεια σ’ ένα φορτηγό και είναι έτοιμοι να φύγουν για την πόλη, αποχαιρετά τους γείτονες του καλοκαιριού με μία τελευταία φωτογραφία: το καφενείο με τα τραπεζάκια μπροστά. Ανάμεσά τους η Αργυρή ποζάρει με το δεξί χέρι στη μέση και μια άχαρη προβολή της λεκάνης∙ το στήθος βουλιαγμένο∙ κοιτάζει με βλέμμα συνοφρυωμένο το φακό. Τρεις από τους μόνιμους πελάτες του καφενείου καθισμένοι στο μπροστινό γωνιακό τραπεζάκι. Οι δυο κοιτάζουν αδιάφορα σε αντίθετες κατευθύνσεις∙ ο τρίτος σκυμμένος στρίβει τσιγάρο. Η φωτογραφία θεωρητικά είναι ασπρόμαυρη∙ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε άσπρο ούτε μαύρο∙ όλα είναι γκρίζα σε διάφορες διαβαθμίσεις του γκρι κι έχεις την αίσθηση πως, όταν τραβήχτηκε η φωτογραφία, έτσι ήταν: γκρι η άμμος και τα βούρλα, γκρι ο ουρανός και τη ατμόσφαιρα, γκρι τα τραπεζάκια και οι καρέκλες, γκρι τα ρούχα των χωρικών και η τσίτινη ρόμπα της Αργυρής. Ένα είναι σίγουρο∙ το τσιγαρόχαρτο ήταν ροζ.
Από τη συλλογή διηγημάτων της Ελένης Ανδρέου, «Των Αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονος» από τη ΣΗΜΑ Εκδοτική.






