Αύριο θα σπάσω το γουρούνι - UrbanOrama.gr
_1

Αύριο θα σπάσω το γουρούνι

του Έτγκαρ Κέρετ

Ανάρτηση: 05 Φεβ 2026

 

Ο Έτγκαρ Κέρετ είναι ο σημαντικότερος και δημοφιλέστερος Ισραηλινός συγγραφέας της νεότερης γενιάς. Με τα σύντομα, κοφτερά σαν στιλέτο διηγήματά του, που δεν ξεπερνούν ενίοτε τις πενήντα λέξεις, κατάφερε να γίνει σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς, υπονομεύοντας μύθους παγιωμένους στην εθνική συνείδηση και αναζητώντας - με τρόπο προκλητικό αλλά σε καμία περίπτωση κυνικό - βασικούς ηθικούς κανόνες. Μαύρο χιούμορ, πικρή ειρωνεία και (αντι-)ήρωες - έφηβοι και νεαρά ή περιθωριακά άτομα που ισορροπούν με δυσκολία μεταξύ λογικής και παραλόγου - αποτελούν τον τραγικά ευτράπελο, μινιμαλιστικό κόσμο κάθε διηγήματος. Ο Κέρετ δεν ακολουθεί καθιερωμένες φόρμες, κάθε διήγημα διαφέρει από το προηγούμενο και όλα μαζί συνθέτουν ένα έργο αριστοτεχνικά πρωτότυπο, που αποδεικνύει την ιδιοφυή φαντασία και τη φρεσκάδα σκέψης του δημιουργού του. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

Ο μπαμπάς δεν ήθελε να μου πάρει μια κούκλα Μπαρτ Σίμπσον. Η μαμά πάλι είπε «καλά», αλλά ο μπαμπάς είπε ότι είμαι παραχαϊδεμένος.

«Γιατί θα πρέπει δηλαδή να του την αγοράσουμε; Φτάνει να κάνει «μπου» κι εσύ στέκεσαι προσοχή».

Ο μπαμπάς είπε ότι δεν έχω κανένα σεβασμό για το χρήμα και ότι, αν δεν το μάθω αυτό τώρα που είμαι μικρός, πότε θα το μάθω; Τα παιδιά που τους αγοράζουν αμέσως κούκλες Μπαρτ Σίμπσον, όταν μεγαλώσουν γίνονται αλήτες που κλέβουν περίπτερα, επειδή καλόμαθαν να τους έρχονται όλα εύκολα. Οπότε, αντί για κούκλα Μπαρτ Σίμπσον, μου αγόρασε ένα απαίσιο πήλινο γουρούνι με μια σχισμή στην πλάτη, και τώρα θα μεγαλώσω και θα είμαι εντάξει, τώρα δεν θα γίνω αλήτης.

Κακάο με πέτσα από πάνω είναι ένα σέκελ, χωρίς πέτσα μισό σέκελ, κι αν αμέσως μετά κάνω εμετό, τότε δεν παίρνω τίποτα. Χώνω τα κέρματα μες στην πλάτη του γουρουνιού, κι όταν το τραντάζεις κουδουνίζει. Όταν το γουρούνι γεμίσει και δεν θα κουδουνίζει πια άμα το τραντάζεις, τότε θα πάρω τον Μπαρτ Σίμπσον πάνω σε σκέιτμπορντ. Έτσι λέει ο μπαμπάς. Είναι θέμα ανατροφής. Το γουρούνι, για να πω την αλήθεια, είναι συμπαθητικούλι, η μύτη του είναι κρύα όταν την αγγίζεις, και χαμογελάει είτε του χώνουν ένα σέκελ στην πλάτη είτε του χώνουν μόνο μισό, αλλά το πιο ωραίο είναι ότι χαμογελάει ακόμα κι όταν δεν του χώνουν τίποτα. Του βρήκα και όνομα: τον φωνάζω Πισχαζόν, όπως έλεγαν κάποιον που έμενε παλιά στο ταχυδρομικό μας κουτί, κι ο μπαμπάς μου δεν κατάφερε να ξεκολλήσει το αυτοκόλλητό του. Ο Πισχαζόν δεν είναι σαν τα άλλα μου παιχνίδια, είναι πολύ πιο ήσυχος, χωρίς φωτάκια, ελατήρια και μπαταρίες που σου στάζουν στη μούρη. Μόνο που πρέπει να ‘χω το νου μου μην πηδήξει απ’ το τραπέζι. «Πισχαζόν, πρόσεχε! Είσαι από πηλό», του λέω όταν τον τσακώνω να σκύβει λίγο για να κοιτάξει το πάτωμα, κι εκείνος μου χαμογελάει και περιμένει υπομονετικά να τον κατεβάσω εγώ. Τρελαίνομαι όταν χαμογελάει. Μόνο για χάρη του πίνω το κακάο με την πέτσα κάθε πρωί, για να μπορέσω να του χώσω το σέκελ στην πλάτη και να δω το χαμόγελό του, που δεν αλλάζει ούτε τόσο δα. «Σ’ αγαπάω, Πισχαζόν», του λέω ύστερα. «Σου ορκίζομαι, σ’ αγαπάω πιο πολύ απ’ τον μπαμπά και τη μαμά μου. Και θα σ’ αγαπάω πάντα, ό,τι και να γίνει, ακόμα κι αν κάνεις διάρρηξη σε περίπτερο. Αλλά αλίμονό σου, κακομοίρη μου, αν κάνεις πως πηδάς απ’ το τραπέζι!»

Χτες ήρθε ο μπαμπάς, σήκωσε τον Πισχαζόν απ’ το τραπέζι, τον αναποδογύρισε κι άρχισε να τον ταρακουνάει.

«Πρόσεχε, μπαμπά», του είπα, «θα του πονέσει η κοιλίτσα».

Αλλά ο μπαμπάς δεν σταματούσε.

«Δεν κάνει πια θόρυβο. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, έτσι δεν είναι; Αύριο θα πάρεις ένα Μπαρτ Σίμπσον σε σκέιτμπορντ».

«Τέλεια, μπαμπά», είπα. «Έναν Μπαρτ Σίμπσον με πατίνι, τέλεια. Μόνο σταμάτα να κουνάς τον Πισχαζόν, τον ζαλίζεις».

Ο μπαμπάς ξανάβαλε τον Πισχαζόν στη θέση του και πήγε να φωνάξει τη μαμά. Γύρισε μετά από ένα λεπτό τραβώντας την με το ένα του χέρι και κρατώντας ένα σφυρί στο άλλο.

«Βλέπεις που ‘χα δίκιο;» είπε στη μαμά. «Έτσι μαθαίνει να εκτιμά τα πράγματα. Έτσι δεν είναι, Γιοάβι;»

«Σίγουρα έμαθα», είπα, «σίγουρα, αλλά τι το θέλεις το σφυρί;»

«Είναι για σένα», είπε ο μπαμπάς και μου έβαλε το σφυρί στο χέρι. «Μόνο πρόσεχε».

«Σίγουρα θα προσέχω», είπα, και στ’ αλήθεια πρόσεχα, αλλά ύστερα από λίγο ο μπαμπάς βαρέθηκε και είπε:

«Άντε λοιπόν, σπάσε το γουρούνι».

«Τι;» ρώτησα. «Να σπάσω τον Πισχαζόν;»

«Ναι, ναι, τον Πισχαζόν», είπε ο μπαμπάς. «Άντε λοιπόν, σπάσ’ το. Κέρδισες τον Μπαρτ Σίμπσον, δούλεψες αρκετά σκληρά γι’ αυτό».

Ο Πισχαζόν μού χαμογέλασε με το θλιμμένο χαμόγελο ενός πήλινου γουρουνιού που ξέρει ότι ήρθε το τέλος του. Στο διάβολο ο Μπαρτ Σίμπσον! Να χτυπήσω εγώ τον φίλο μου στο κεφάλι με σφυρί;

«Δεν θέλω Μπαρτ Σίμπσον», επέστρεψα το σφυρί στον μπαμπά. «Μου φτάνει ο Πισχαζόν».

«Δεν καταλαβαίνεις», είπε ο μπαμπάς, «είναι εντάξει, είναι θέμα ανατροφής, έλα θα το σπάσω εγώ για σένα».

Ο μπαμπάς είχε σηκώσει κιόλας το σφυρί. Βλέποντας τα καταλυπημένα μάτια της μαμάς και το κουρασμένο χαμόγελο του Πισχαζόν, ήξερα ότι όλα κρέμονται από μένα. Αν δεν έκανα κάτι θα πέθαινε.

«Μπαμπά!» τον άρπαξα απ’ το πόδι.

«Τι συμβαίνει, Γιόαβι;» είπε ο μπαμπάς ενώ το χέρι με το σφυρί ήταν ακόμα στον αέρα.

«Μου δίνεις άλλο ένα σέκελ, σε παρακαλώ;» ικέτεψα. «Άλλο ένα σέκελ για να του το βάλω μέσα αύριο, μετά το κακάο. Κι ύστερα θα τον σπάσω, αύριο, το υπόσχομαι».

«Άλλο ένα σέκελ;»

Ο μπαμπάς χαμογέλασε κι ακούμπησε το σφυρί στο τραπέζι.

«Βλέπεις; Το παιδί έμαθε τι θα πει αποταμίευση».

«Ναι, αποταμίευση», είπα. «Αύριο», και τα δάκρυα είχαν ανέβει κιόλας στο λαιμό μου.

Όταν βγήκαν από το δωμάτιο, αγκάλιασα τον Πισχαζόν σφιχτά-σφιχτά κι άφησα τα δάκρυά μου να τρέξουν. Δεν είπε τίποτα, μόνο έτρεμε σιγανά στα χέρια μου.

«Μην ανησυχείς», του ψιθύρισα στο αυτί, «θα σε σώσω».

Το βράδυ περίμενα ώσπου να σταματήσει ο μπαμπάς να βλέπει τηλεόραση στο σαλόνι και να πάει για ύπνο. Τότε σηκώθηκα σιγά σιγά και γλίστρησα κρυφά απ’ το μπαλκόνι μαζί με τον Πισχαζόν. Περπατήσαμε για ώρα στο σκοτάδι, ώσπου φτάσαμε σ’ ένα οικόπεδο γεμάτο αγκάθια.

«Τα γουρούνια τρελαίνονται για χωράφια», είπα στον Πισχαζόν καθώς τον άφηνα στο χώμα. «Ιδίως για χωράφια με αγκάθια. Εδώ θα ‘σαι μια χαρούλα».

Περίμενα μια απάντηση, αλλά ο Πισχαζόν δεν είπε τίποτα, και μόνο όταν άγγιξα τη μύτη για να τον αποχαιρετήσω μου έριξε ένα θλιμμένο βλέμμα. Ήξερε ότι δεν θα με ξανάβλεπε ποτέ πια.

 

Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο οδηγός λεωφορείου που ήθελε να γίνει Θεός», Εκδόσεις Καστανιώτη.

Back to top