ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ - UrbanOrama.gr
ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

του Τρούμαν Καπότε

Ανάρτηση: 15 Δεκ 2025

Φανταστείτε ένα πρωινό στα τέλη του Νοέμβρη. Ένα πρωινό καθώς πλησίαζε ο χειμώνας, περισσότερο από είκοσι χρόνια πριν. Σκεφτείτε την κουζίνα ενός ευρύχωρου σπιτιού σε μια μικρή πόλη της υπαίθρου. Ένας τεράστιος μαύρος φούρνος είναι το κυρίως χαρακτηριστικό της· αλλά υπάρχει ακόμα ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι και ένα τζάκι με δύο κουνιστές πολυθρόνες τοποθετημένες μπροστά του. Μόλις σήμερα το τζάκι ξεκίνησε τον εποχιακό βρυχηθμό του.

Μία γυναίκα με κοντοκουρεμένα λευκά μαλλιά στέκεται στο παράθυρο της κουζίνας. Φοράει παπούτσια του τένις και ένα άχαρο γκρι πουλόβερ πάνω από ένα πολύχρωμο καλοκαιρινό φουστάνι. Είναι μικροκαμωμένη και ζωηρή σαν μικρή κοτούλα· αλλά εξαιτίας μιας μακράς νεανικής ασθένειας οι ώμοι της είναι θλιβερά καμπουριασμένοι. Το πρόσωπό της είναι ιδιαίτερο ―όχι διαφορετικό από του Λίνκολν, σκαμμένο όπως εκείνου, ηλιοκαμένο και ανεμοδαρμένο· όμως είναι και λεπτεπίλεπτο, με ωραία κατατομή και τα μάτια της είναι συνεσταλμένα και έχουν το χρώμα του σέρι. «Θεούλη μου!», αναφωνεί, «είναι καιρός για κέικ με φρούτα!».

Το πρόσωπο στο οποίο μιλάει είμαι εγώ. Είμαι επτά χρονών· εκείνη εξήντα-κάτι. Είμαστε ξαδέλφια, πολύ μακρινά, και έχουμε ζήσει μαζί ―τέλος πάντων, απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ. Κι άλλοι άνθρωποι κατοικούν στο σπίτι, συγγενείς· και παρ’ όλο που μας ελέγχουν και συχνά μας κάνουν να κλαίμε, δεν τους λαμβάνουμε πολύ υπόψη μας. Είμαστε οι καλύτεροι φίλοι ο ένας για τον άλλο. Με φωνάζει Μπάντυ, στη μνήμη ενός αγοριού που στο παρελθόν ήταν ο καλύτερός της φίλος. Αυτός ο άλλος Μπάντυ πέθανε το 1880, όταν εκείνη ήταν ακόμα παιδί. Συνεχίζει να είναι παιδί.

«Το ήξερα πριν ακόμα σηκωθώ από το κρεβάτι», λέει απομακρυνόμενη από το παράθυρο με μια αποφασιστική έξαψη στα μάτια της. «Η καμπάνα του δικαστικού μεγάρου ακούστηκε ψυχρά και καθαρά. Και δεν υπήρχαν πουλιά να κελαηδάνε· πήγαν σε πιο ζεστές χώρες, ναι πράγματι. Ω, Μπάντυ, σταμάτα να μπουκώνεσαι μπισκότα και φέρε το καροτσάκι μας. Βοήθησέ με να βρω το καπέλο μου. Έχουμε να ψήσουμε τριάντα κέικ.»

Συμβαίνει πάντα το ίδιο: φτάνει ένα πρωινό του Νοεμβρίου, και η φίλη μου, σαν να εγκαινιάζει επισήμως την περίοδο των Χριστουγέννων που ξεσηκώνει τη φαντασία της και πυροδοτεί τη λάμψη στην καρδιά της, ανακοινώνει: «Είναι καιρός για κέικ με φρούτα! Φέρε το καροτσάκι μας. Βοήθησέ με να βρω το καπέλο μου.»

Το καπέλο βρίσκεται, ένα ψάθινο με πλατύ γείσο, εξωτερικού χώρου, στολισμένο με βελούδινα τριαντάφυλλα που έχει ξεθωριάσει: κάποτε ανήκε σε κάποιο πιο κομψό συγγενικό πρόσωπο. Μαζί, σέρνουμε το καροτσάκι μας, ένα σαραβαλιασμένο παιδικό καρότσι, έξω στον κήπο μέσα σε ένα σύδεντρο από καρυδιές πεκάν. Το καροτσάκι είναι δικό μου∙ δηλαδή αγοράστηκε για μένα, όταν γεννήθηκα. Είναι φτιαγμένο από ψάθα, κάπως ξεφτισμένη και οι ρόδες του τρεκλίζουν σαν πόδια μπεκρή. Αλλά είναι αξιόπιστο αντικείμενο∙ την άνοιξη το παίρνουμε στο δάσος και το γεμίζουμε με λουλούδια, βότανα και άγρια φτέρη για τις γλάστρες της βεράντας μας. Τα καλοκαίρια το φορτώνουμε με συμπράγκαλα για πικνίκ και αυτοσχέδια καλάμια ψαρέματος από ζαχαροκάλαμο και το κυλάμε μέχρι την άκρη στο ρυάκι. Είναι χρήσιμο και τους χειμώνες: σαν μεταφορικό για τα βαριά ξύλα για τη φωτιά από την αυλή στην κουζίνα και σαν ζεστό κρεβάτι για την Κουίνι, το δυνατό μικρό τεριέ μας, κοκκινωπό και λευκό, που έχει επιζήσει από μόρβα και δύο δαγκώματα από κροταλία. Η Κουίνι καλπάζει ανάλαφρα τώρα δίπλα του.

Τρεις ώρες αργότερα είμαστε και πάλι πίσω στην κουζίνα ξεφλουδίζοντας μια στοίβα από καρύδια πεκάν που τα έριξε ο αέρας. Οι πλάτες μας πονάνε από το μάζεμά τους: τι δύσκολο που ήταν να τα βρούμε (καθώς η κυρίως σοδειά είχε ήδη περισυλλεγεί από τα δέντρα και είχε πουληθεί από τους ιδιοκτήτες του οπωρώνα, που δεν είμαστε εμείς) μέσα στα φύλλα που τα έκρυβαν και το παγωμένο γρασίδι που μας ξεγελούσε. Κρακ! Ένας ευχάριστος τραγανιστός ήχος και κάτι από μικρό αστραπόβροντο ακούγεται κάθε φορά που το κέλυφος σπάει και η στάθμη στο χρυσό βουναλάκι της γλυκιάς, λιπαρής, φιλντισένιας ψίχας ανεβαίνει σιγά-σιγά στο γυάλινο μπολ. Η Κουίνι εκλιπαρεί για να δοκιμάσει και η φίλη μου πού και πού της κρυφοδίνει λιγάκι, αν και επιμένει να μην αγγίζουμε εμείς οι ίδιοι. «Δεν κάνει, Μπάντυ. Αν αρχίσουμε, δεν θα μπορούμε να σταματήσουμε. Και ίσα που φτάνει έτσι κι αλλιώς. Για τριάντα κέηκ.» Η κουζίνα σκοτεινιάζει σιγά-σιγά. Το σούρουπο μετατρέπει το παράθυρο σε καθρέφτη: τα είδωλά μας μπερδεύονται με το φεγγάρι που ανατέλλει καθώς δουλεύουμε δίπλα στη φωτιά κάτω από το φως της. Στο τέλος, όταν το φεγγάρι είναι αρκετά ψηλά, ρίχνουμε το τελευταίο τσόφλι στη φωτιά και με έναν κοινό αναστεναγμό το βλέπουμε να καίγεται. Το καροτσάκι είναι άδειο∙ το μπολ ξεχειλίζει.

Τρώμε το βραδινό μας (κρύα μπισκότα, μπέικον, μαρμελάδα από βατόμουρα) και συζητάμε για αύριο. Αύριο ξεκινάει το είδος της δουλειάς που μου αρέσει περισσότερο: τα ψώνια. Κεράσια και κίτρα, τζίντζερ και βανίλια και χαβανέζικος ανανάς σε κονσέρβα, ζαχαρωμένες φλούδες και σταφίδες και καρύδια και ουίσκι και ω, τόσο πολύ αλεύρι, βούτυρο, τόσα πολλά αυγά, μπαχαρικά και καρυκεύματα: μα θα χρειαστούμε ένα πόνι για να τραβήξει το καροτσάκι μέχρι το σπίτι.

Αλλά πριν μπορέσουν να γίνουν αυτές οι αγορές, υπάρχει το θέμα των χρημάτων. Κανένας μας δεν έχει τίποτα. Εκτός από φτωχά ποσά που μας αφήνουν περιστασιακά οι άνθρωποι του σπιτιού (μια δεκάρα θεωρείται μεγάλο ποσό) ή ό,τι κερδίζουμε εμείς από διάφορες δραστηριότητες: οργανώνοντας παζάρια μεταχειρισμένων ειδών, πουλώντας κουπάκια με βατόμουρα που έχουμε μαζέψει μόνοι μας, βάζα σπιτικής μαρμελάδας, ζελέ μήλου και κομπόστα ροδάκινου, λουλουδένια στεφάνια για γάμους και κηδείες. Κάποτε κερδίσαμε το εβδομηκοστό ένατο βραβείο, πέντε δολάρια, σε έναν εθνικό διαγωνισμό ποδοσφαίρου. Όχι ότι ξέρουμε τίποτα από ποδόσφαιρο. Απλώς συμμετέχουμε σε κάθε διαγωνισμό για τον οποίο μαθαίνουμε: αυτή τη στιγμή οι ελπίδες μας επικεντρώνονται στο Μεγάλο Βραβείο των πενήντα χιλιάδων δολαρίων που προσφέρεται για να δώσεις όνομα σε μια καινούρια μάρκα καφέ (εμείς προτείναμε το «Α.Μ.»∙ και, μετά από κάποια στιγμή δισταγμού, καθώς η φίλη μου σκέφτηκε μήπως θεωρηθεί ιεροσυλία, προτείναμε το σλόγκαν «Α.Μ.! Αμήν!»). Για να πω την αλήθεια, η μόνη πραγματικά προσοδοφόρα επιχείρησή μας ήταν το Μουσείο Διασκέδασης και Φρικιών που στήσαμε σε μια ξύλινη καλύβα στην πίσω αυλή πρόπερσι το καλοκαίρι. Η Διασκέδαση συνίστατο σε ένα στερεοσκόπιο (ένα είδος προτζέκτορα) με προβολές διαφανειών από την Ουάσιγκτον και τη Νέα Υόρκη που μας δάνεισε κάποιος συγγενής ο οποίος είχε πάει σε αυτά τα μέρη (είχε γίνει έξω φρενών, όταν ανακάλυψε γιατί τις δανειστήκαμε). Το Φρικιό ήταν μια γριά κότα με τρία πόδια που είχε γεννηθεί από δική μας κλώσσα. Όλοι στη γύρω περιοχή ήθελαν να δουν τη γριά γκιόσα: χρεώναμε τους μεγάλους μία δεκάρα, τα παιδιά δύο σεντς. Και βγάλαμε έτσι είκοσι ωραία δολαριάκια πριν κλείσει το μουσείο λόγω του θανάτου του βασικού αξιοθέατου.

Ωστόσο, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, καταφέρνουμε κάθε χρόνο να κάνουμε τις οικονομίες μας για τα Χριστούγεννα, ένα Ταμείο Για Τα Κέηκ Φρούτων. Αυτά τα λεφτά τα κρατάμε κρυμμένα σε ένα πορτοφόλι στολισμένο με χάντρες, κάτω από το κρεβάτι της φίλης μου και κάτω από το δοχείο νυκτός και κάτω από ένα χαλαρό σανίδι στο πάτωμα. Το πορτοφόλι σπάνια το μετακινούμε από αυτό το ασφαλές μέρος, παρά μόνο για να κάνουμε κατάθεση ή, όπως συμβαίνει κάθε Σάββατο, για να κάνουμε ανάληψη. Γιατί τα Σάββατα μου επιτρέπεται το ποσό των δέκα σεντς για να πάω σινεμά. Η φίλη μου δεν έχει πάει ποτέ σινεμά ούτε σκοπεύει να το κάνει: «Προτιμώ να ακούσω την ιστορία από σένα, Μπάντυ. Έτσι μπορώ να τη φανταστώ καλύτερα. Εκτός αυτού, ένα άτομο της ηλικίας μoυ δεν πρέπει να χαραμίζει τα μάτια του.
Όταν έρθει ο Κύριος, πρέπει να Τον δω καθαρά.» Πέρα από το ότι δεν είχε δει ποτέ της ταινία, ποτέ δεν είχε: φάει σε εστιατόριο, ταξιδέψει πάνω από πέντε μίλια μακριά από το σπίτι, λάβει ή στείλει τηλεγράφημα, διαβάσει τίποτα εκτός από κόμικς και τη Βίβλο, φορέσει καλλυντικά, βρίσει, καταραστεί, πει ψέματα επί τούτου, αφήσει ένα σκυλί πεινασμένο. Να μερικά πράγματα που έχει κάνει και κάνει ακόμα: έχει σκοτώσει με τσάπα τον μεγαλύτερο κροταλία που έχει δει κανείς στην περιοχή μας (δεκαέξι κρόταλα), μασάει καπνό (στα κρυφά), εκπαιδεύει κολιμπρί (απλώς δοκιμάστε το) μέχρι να ισορροπήσουν στο δάχτυλό της, λέει ιστορίες με φαντάσματα (και οι δυο μας πιστεύουμε στα φαντάσματα) τόσο ανατριχιαστικές που σου σηκώνεται η τρίχα μέσα στον Ιούλιο, μιλάει μόνη της, κάνει βόλτες στη βροχή, καλλιεργεί τις πιο όμορφες ιαπωνικές καμέλιες στην πόλη, ξέρει συνταγές για κάθε είδους παλιομοδίτικο ινδιάνικο γιατροσόφι, συμπεριλαμβανομένης μιας θεραπείας για τις μυρμηγκιές.

Τώρα, αφού τελειώσαμε με το βραδινό, αποσυρόμαστε στο δωμάτιο που βρίσκεται σε ένα απομακρυσμένο μέρος του σπιτιού, εκεί όπου κοιμάται η φίλη μου σ’ ένα σιδερένιο κρεβάτι βαμμένο ροζ τριανταφυλλί ―το αγαπημένο της χρώμα― καλυμμένο με πάπλωμα από κουρελάκια. Αθόρυβα, βυθιζόμενοι στην απόλαυση της συνωμοσίας, βγάζουμε το πορτοφόλι με τις χάντρες από την κρυψώνα του και ρίχνουμε το περιεχόμενό του πάνω στο πάπλωμα: χαρτονομίσματα σφιχτά τυλιγμένα σε ρολό και πράσινα σαν μαγιάτικα μπουμπούκια∙ σκουρόχρωμα κέρματα των πενήντα σεντς, αρκετά βαριά για να κλείσουν τα μάτια νεκρού∙ υπέροχες δεκάρες, τα πιο ζωηρά νομίσματα, από αυτά που κουδουνίζουν∙ πεντάλεπτα και εικοσπεντάλεπτα ελαφρά φθαρμένα σαν ποταμίσια βότσαλα. Αλλά κυρίως ένας απαίσιος σωρός από πενταροδεκάρες με πικρή μυρωδιά. Το περασμένο καλοκαίρι οι άλλοι στο σπίτι συμφώνησαν να μας πληρώνουν ένα λεπτό για κάθε εικοσιπέντε μύγες που θα σκοτώναμε. Αχ, εκείνο το μακελειό του Αυγούστου! Πόσες μύγες πέταξαν για τον Παράδεισο! Ωστόσο, δεν ήταν μια δουλειά για την οποία περηφανευόμασταν. Και έτσι καθώς καθόμαστε και μετράμε τα λεπτά, είναι να σαν μετράμε ξανά τις νεκρές μύγες. Κανένας από τους δυο μας δεν σκαμπάζει από αριθμούς∙ μετράμε αργά, χάνουμε τον λογαριασμό και ξεκινάμε από την αρχή. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, έχουμε 12,73 δολάρια. Σύμφωνα με τους δικούς μου, ακριβώς 13 δολάρια. «Ελπίζω να κάνεις λάθος, Μπάντυ. Δεν γίνεται να τα βάζουμε με το δεκατρία. Τα κέηκ δεν θα φουσκώσουν. Ή κάποιος θα πεθάνει. Εγώ, πάντως, δεν θα τολμούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι στις δεκατρείς.» Κι αυτό είναι αλήθεια: πάντοτε περνάει κάθε δέκατη τρίτη μέρα του μήνα στο κρεβάτι. Έτσι, για να είμαστε ασφαλείς, αφαιρούμε ένα λεπτό και το πετάμε έξω από το παράθυρο.

Από τα υλικά που χρησιμοποιούμε για τα κέηκ φρούτων, το ουίσκι είναι το πιο ακριβό, αλλά και το πιο δύσκολο να αγοράσει κανείς: οι νόμοι της πολιτείας απαγορεύουν την πώλησή του. Αλλά όλοι ξέρουν ότι μπορείς να αγοράσεις ένα μπουκάλι από τον κύριο Χάχα Τζόουνς. Και την επόμενη μέρα, έχοντας τελειώσει με τα πιο βαρετά ψώνια, ξεκινάμε για το εμπορικό του κύριου Χάχα, ένα «αμαρτωλό» (για να παραθέσω την κοινή γνώμη) καφέ με ψαρομεζέδες και χορό δίπλα στο ποτάμι. Έχουμε ξαναπάει εκεί και για την ίδια δουλειά∙ όμως τα προηγούμενα χρόνια οι δοσοληψίες μας ήταν με τη σύζυγο του Χάχα, μια Ινδιάνα με σκούρο δέρμα στο χρώμα του ιωδίου, με βαμμένα ξανθά μαλλιά και διάθεση νεκρής από την κούραση. Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε δει ποτέ μας τον σύζυγό της, αν και έχουμε ακούσει ότι είναι και αυτός Ινδιάνος. Ένας γίγαντας με ουλές από ξυράφι στα μάγουλά του. Τον αποκαλούν Χάχα ακριβώς γιατί είναι τόσο κατηφής, ένας άνθρωπος που ποτέ δεν γελάει. Καθώς πλησιάζουμε στο καφέ του (μία μεγάλη ξύλινη καλύβα, στολισμένη μέσα και έξω με γιρλάντες από κακόγουστους φανταχτερούς γυμνούς γλόμπους, που βρίσκεται δίπλα στη λασπερή άκρη του ποταμού, όπου βρύα και λειχήνες απλώνονται μέσα από τα κλαδιά σαν γκρίζα ομίχλη), επιβραδύνουμε το βήμα μας. Ακόμα και η Κουίνι σταματάει να καλπάζει και μένει δίπλα μας. Έχει δολοφονηθεί κόσμος στο καφέ του Χάχα. Σφάχτηκαν. Χτυπήθηκαν στο κεφάλι. Υπάρχει μάλιστα μια υπόθεση που θα πάει στα δικαστήρια τον επόμενο μήνα. Φυσικά αυτά τα συμβάντα λαμβάνουν χώρα τη νύχτα, όταν τα πολύχρωμα φώτα αντανακλούν τρελά σχέδια στο σκοτάδι και το παλιό γραμμόφωνο θρηνεί γοερά. Στο φως της μέρας το μέρος είναι άθλιο και ερημωμένο. Χτυπάω την πόρτα. Η Κουίνι γαυγίζει και η φίλη μου φωνάζει: «Κυρία Χάχα! Είναι κανείς εδώ;»

Βήματα. Η πόρτα ανοίγει. Οι καρδιές μας χοροπηδούν. Είναι ο κύριος Χάχα Τζόουνς αυτοπροσώπως! Και είναι πράγματι γίγαντας∙ και έχει πράγματι ουλές∙ και πράγματι δεν χαμογελάει. Όχι, μας αγριοκοιτάζει με βλέμμα απειλητικό σαν του σατανά και ζητάει να μάθει: «Τι θέλετε από τον Χάχα;»

Για μια στιγμή είμαστε τόσο παραλυμένοι από τον φόβο που δεν μιλάμε. Γρήγορα η φίλη μου μισοβρίσκει τη φωνή της, περισσότερο έναν ψίθυρο: «Παρακαλούμε, κύριε Χάχα, θα θέλαμε ένα τέταρτο από το καλύτερό σας ουίσκι.»

Τα μάτια του στενεύουν περισσότερο. Ποιος θα το πίστευε; Ο Χάχα χαμογελάει! Γελάει κιόλας. «Ποιος από τους δυο σας είναι γερό ποτήρι;»

«Είναι για να φτιάξουμε κέηκ φρούτων, κύριε Χάχα. Για μαγείρεμα.»

Αυτό τον σοβαρεύει. Συνοφρυώνεται. «Αυτός δεν είναι τρόπος να σπαταλάς το καλό ουίσκι.» Παρ’ όλα αυτά, αποσύρεται μέσα στο σκοτεινό καφέ και, δευτερόλεπτα αργότερα, εμφανίζεται κρατώντας ένα μπουκάλι παράνομου ποτού με χρώμα κίτρινο σαν της μαργαρίτας. Μας δείχνει τη λάμψη του στο φως του ήλιου και λέει: «Δύο δολάρια.»

Τον πληρώνουμε με πενηντάλεπτα, δεκάρες και μονόλεπτα. Ξαφνικά, καθώς κουδουνίζει τα κέρματα μέσα στην παλάμη του σαν ζάρια, το πρόσωπό του μαλακώνει. «Να σας πω,» προτείνει, ρίχνοντας ξανά τα χρήματα μέσα στο πορτοφόλι με τις χάντρες, «αντί γι’ αυτά, απλώς στείλτε μου ένα από αυτά τα κέηκ.»

«Λοιπόν,» παρατηρεί η φίλη μου στον δρόμο για το σπίτι, «να ένας υπέροχος άνθρωπος. Θα βάλουμε ένα επιπλέον φλυτζάνι με σταφίδες στο δικό του κέηκ.»

Ο μαύρος φούρνος, μπουμπουνισμένος με κάρβουνο και ξύλα, λάμπει σαν αναμμένη κολοκύθα. Τα χτυπητήρια του αυγού στριφογυρίζουν, τα κουτάλια περιστρέφονται μέσα σε κούπες με βούτυρο και ζάχαρη, η βανίλια γλυκαίνει τον αέρα, το τζίντζερ τον αρωματίζει∙ λιωμένες μυρωδιές που γαργαλάνε τη μύτη γεμίζουν την κουζίνα, απλώνονται στο σπίτι, περιπλανιούνται μέχρι έξω στον κόσμο σαν σύννεφα καπνού από την καμινάδα. Μέσα σε τέσσερις μέρες η δουλειά μας έχει τελειώσει. Τριανταένα κέηκ, μουσκεμένα με ουίσκι, απολαμβάνουν τη θαλπωρή πάνω στα περβάζια των παραθύρων και τα ράφια.

Για ποιον είναι;

Για φίλους. Όχι απαραίτητα κοντινούς φίλους: στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος είναι προορισμένο για ανθρώπους που έχουμε συναντήσει ίσως μια φορά, ίσως και καθόλου. Ανθρώπους που έχουν τραβήξει την προσοχή μας. Όπως ο Πρόεδρος Ρούζβελτ. Όπως ο Αιδεσιμώτατος και η κυρία Τζέι Σι Λούσυ, οι Βαπτιστές ιεραπόστολοι στο Βόρνεο που έκαναν διαλέξεις εδώ τον περασμένο χειμώνα. Ή ο μικρός που τροχίζει τα μαχαίρια και έρχεται στην πόλη δύο φορές τον χρόνο. Ή ο Άμπνερ Πάκερ, ο οδηγός του λεωφορείου των έξι από το Μομπάιλ, που μας χαιρετάει κάθε μέρα καθώς περνάει σφυρίζοντας μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης. Ή οι Γουίνστονς, ένα νέο ζευγάρι από την Καλιφόρνια, των οποίων το αυτοκίνητο χάλασε ένα απόγευμα έξω από το σπίτι και πέρασαν μια ευχάριστη ώρα κουβεντιάζοντας μαζί μας στη βεράντα (ο νεαρός κύριος Γουίνστον μάλιστα μας τράβηξε φωτογραφία, τη μόνη που έχουμε βγάλει ποτέ). Είναι άραγε γιατί η φίλη μου είναι ντροπαλή με όλους εκτός από τους ξένους, που αυτοί οι ξένοι, μετά βίας γνώριμοι, μας φαίνονται οι πιο αληθινοί μας φίλοι; Πιστεύω πως ναι. Επίσης, τα λευκώματα που κρατάμε από ευχαριστήρια γράμματα πάνω σε χαρτί του Λευκού Οίκου, περιστασιακές επικοινωνίες με την Καλιφόρνια και το Βόρνεο, οι καρτ ποστάλ του ενός λεπτού από τον νεαρό που τροχίζει τα μαχαίρια, μας κάνουν να αισθανόμαστε συνδεδεμένοι με έναν κόσμο γεμάτο περιπέτειες, πέρα από την κουζίνα με τη θέα της σε έναν στάσιμο ουρανό.

Τώρα, ένα γυμνό δεκεμβριάτικο κλαδί συκιάς μας χαιρετάει από το παράθυρο. Η κουζίνα είναι άδεια, τα κέηκ έχουν φύγει∙ χθες μεταφέραμε το τελευταίο στο ταχυδρομείο, όπου ξοδέψαμε για τα γραμματόσημα και την τελευταία μας δεκάρα. Είμαστε απένταροι. Αυτό μου προκαλεί μάλλον λίγη κατάθλιψη, αλλά η φίλη μου επιμένει να το γιορτάσουμε ―με δύο ίντσες ουίσκι που απέμεινε στο μπουκάλι του Χάχα. Η Κουίνι παίρνει κι εκείνη ένα κουταλάκι μέσα σε ένα φλυτζάνι του καφέ (της αρέσει ο καφές της αρωματισμένος και δυνατός). Το υπόλοιπο το μοιράζουμε σε δύο βάζα για μαρμελάδα. Είμαστε και οι δύο συνεπαρμένοι στη σκέψη ότι θα πιούμε σκέτο ουίσκι∙ η γεύση του προκαλεί ξινισμένες γκριμάτσες στα πρόσωπά μας σαν να έχουμε δηλητηριαστεί. Αλλά σύντομα αρχίζουμε να τραγουδάμε, και τραγουδάμε διαφορετικά τραγούδια ταυτόχρονα. Δεν ξέρω τα λόγια του δικού μου τραγουδιού, μόνο το: Ελάτε μαζί, ελάτε μαζί, στον χορό των κατατρεγμένων της σκοτεινής πόλης. Όμως ξέρω να χορεύω: αυτό σκοπεύω να γίνω, χορευτής κλακέτας σε ταινίες. Η σκιά μου χορεύει παιδιαρίζοντας πάνω στους τοίχους∙ οι φωνές μας κάνουν τις κινέζικες πορσελάνες να τρίζουν∙ χαχανίζουμε σαν να μας γαργαλάνε αόρατα χέρια. Η Κουίνι κυλιέται ανάποδα πάνω στην πλάτη της με τις πατούσες της να οργώνουν τον αέρα και κάτι σαν χαμόγελο απλώνεται στα μαύρα χείλια της. Μέσα μου αισθάνομαι τη ζεστασιά και τη σπίθα των ξύλων που κατρακυλάνε καθώς καίγονται, ξέγνοιαστος σαν τον αέρα στην καμινάδα. Η φίλη μου βαλσάρει γύρω από τον φούρνο, κρατώντας ανάμεσα στα δάχτυλά της το στρίφωμα της κακορίζικης πολύχρωμης φούστας της σαν να ήταν επίσημη τουαλέτα: Δείξε μου τον δρόμο για το σπίτι, τραγουδάει, και τα παπούτσια της του τένις, τρίζουν πάνω στο πάτωμα. Δείξε μου τον δρόμο για το σπίτι.

Μπαίνουν: δύο συγγενείς. Πολύ θυμωμένοι. Με φόρα και απειλητικό βλέμμα, με γλώσσες που ξερνάνε φωτιά. Να τι λένε καθώς οι λέξεις κατρακυλάνε οργισμένα: «Ένα παιδί εφτά χρονών! Ουίσκι στην ανάσα του! Έχεις τρελαθεί τελείως; Να ποτίζεις ένα παιδί εφτά χρονών! Πρέπει να είσαι τρελή! Ο δρόμος για την καταστροφή! Θυμάσαι την εξαδέλφη Κέητ; Τον θείο Τσάρλυ; Τον γαμπρό του θείου Τσάρλυ; Ντροπή! Σκάνδαλο! Εξευτελισμός! Γονάτισε, προσευχήσου, ικέτευσε τον Κύριο!»

Η Κουίνι κρύβεται κάτω από τον φούρνο. Η φίλη μου κοιτάζει τα παπούτσια της, το πηγούνι της τρεμουλιάζει, σηκώνει τη φούστα της, φυσάει τη μύτη της και τρέχει στο δωμάτιό της. Πολύ μετά, αφού η πόλη έχει κοιμηθεί και στο σπίτι δεν ακούγεται τίποτα εκτός από τα χτυπήματα των ρολογιών και τον ήχο από τις φωτιές που ξεθωριάζουν, εκείνη κλαίει μέσα σε ένα μαξιλάρι ήδη βρεγμένο σαν μαντήλι χήρας.

«Μην κλαις,» λέω, και κάθομαι στα πόδια του κρεβατιού της τρέμοντας, παρ’ ότι φορώ τη φανελένια μου ρόμπα που μυρίζει σιρόπι για τον βήχα από πέρσι τον χειμώνα, «μην κλαις» την παρακαλώ, πειράζοντας τα δάχτυλά της, γαργαλώντας τα πόδια της, «είσαι πολύ μεγάλη γι’ αυτό.»

«Είναι επειδή,» κλαψουρίζει, «είμαι πολύ μεγάλη. Μεγάλη και παράξενη.»

«Όχι παράξενη. Διασκεδαστική. Πιο διασκεδαστική από οποιονδήποτε. Άκου. Αν δεν σταματήσεις να κλαις θα είσαι τόσο κουρασμένη αύριο που δεν θα μπορούμε να πάμε να κόψουμε δέντρο.»

Ισιώνει το κορμί της. Η Κουίνι πηδάει πάνω στο κρεβάτι (όπου της απαγορεύεται) για να γλύψει τα μάγουλά της. «Ξέρω πού θα βρούμε πραγματικά όμορφα δέντρα, Μπάντυ. Και μάλιστα έλατα. Με καρπούς μεγάλους σαν τα μάτια σου. Είναι μακριά στο δάσος. Πιο μακριά από οπουδήποτε έχουμε πάει μέχρι τώρα. Ο Μπαμπάς συνήθιζε να μας φέρνει δέντρα από ‘κει: τα κουβαλούσε στους ώμους του. Αυτό… πενήντα χρόνια πριν. Λοιπόν, τώρα: ανυπομονώ να έρθει το πρωί.»

Πρωί. Παγωμένοι κρύσταλλοι αστράφτουν πάνω στο γρασίδι∙ ο ήλιος, στρογγυλός σαν πορτοκάλι και πορτοκαλής σαν τα καλοκαιρινά φεγγάρια, ισορροπεί στον ορίζοντα δίνοντας λάμψη στα ασημένια χειμωνιάτικα δάση. Μια άγρια γαλοπούλα φωνάζει. Ένα αγριογούρουνο μουγκρίζει στα χαμόκλαδα. Σύντομα, βρισκόμαστε μέσα σε γοργό, τρεχούμενο νερό μέχρι τα γόνατα και αναγκαζόμαστε να εγκαταλείψουμε το καροτσάκι. Η Κουίνι περνάει πρώτη το ρυάκι τσαλαβουτώντας, πλατσουρίζει διασχίζοντάς το, γαυγίζοντας τα παράπονά της στη σβελτάδα του ρεύματος και στην παγωνιά του που μπορεί να σου προκαλέσει πνευμονία. Ακολουθούμε κρατώντας τα παπούτσια μας και τον εξοπλισμό μας (ένα μικρό τσεκούρι κι ένα σακί από λινάτσα) πάνω από το κεφάλι μας. Ένα ακόμη μίλι: αγκάθια που μας ξεσκίζουν σαν να μας τιμωρούν, κολλιτσίδες και βάτοι που πιάνονται στα ρούχα μας,  πεύκα στο χρώμα της σκουριάς, λαμπερά, φανταχτερά μανιτάρια και πεσμένα φτερά και πούπουλα. Εδώ κι εκεί, μια λάμψη, ένα φτερούγισμα, ένα παραλήρημα από τσιριχτά τιτιβίσματα μάς υπενθυμίζουν πως δεν έχουν φύγει όλα τα πουλιά για τον νότο. Από πάντα, το μονοπάτι ξετυλίγεται μέσα από τις αχτίδες του ήλιου, που ρίχνει το φως του κίτρινο σαν το λεμόνι, και τούνελ από κληματσίδες. Κι άλλο ρυάκι για να περάσουμε: μια αρμάδα από πιτσιλωτές πέστροφες αφρίζει το νερό τριγύρω μας και βατράχια σε μέγεθος πιάτου εξασκούνται σε χοροπηδητά∙ εργατικοί κάστορες χτίζουν ένα φράγμα. Λίγο μακρύτερα στην όχθη, η Κουίνι τινάζεται και τρέμει. Η φίλη μου τρέμει κι αυτή: όχι από το κρύο αλλά από ενθουσιασμό. Ένα από τα κουρελιασμένα τριαντάφυλλα του καπέλου της ρίχνει ένα πέταλό του καθώς εκείνη σηκώνει το κεφάλι και εισπνέει τον αέρα που μυρίζει πεύκο. «Σχεδόν φτάσαμε∙ το μυρίζεις, Μπάντυ;» λέει, λες και πλησιάζουμε τον ωκεανό.

Και, πραγματικά, είναι ένα είδος ωκεανού. Εκτάσεις από αγιοβασιλιάτικα δέντρα που μοσχοβολούν και πουρνάρια με αγκαθωτά φύλλα. Κόκκινα μούρα γυαλιστερά σαν κινέζικα καμπανάκια και μαύρα κοράκια που ορμούν από πάνω τους τσιρίζοντας. Έχοντας γεμίσει τα σακιά μας από λινάτσα με αρκετή πρασινάδα και βαθυκόκκινα μούρα για να φτιάξουμε γιρλάντες για δώδεκα παράθυρα, αρχίζουμε να ψάχνουμε για δέντρο. «Πρέπει να είναι,» συλλογίζεται η φίλη μου, «δυο φορές το ύψος ενός αγοριού. Ώστε κανένα αγόρι να μην μπορεί να κλέψει το αστέρι.» Αυτό που διαλέγουμε είναι διπλό στο ύψος από μένα. Ένα ωραίο μεγαλόπρεπο τέρας μέχρι εκεί πάνω που έχει επιζήσει από τριάντα χτυπήματα με τσεκούρι πριν σωριαστεί στο έδαφος με ένα τρίξιμο και μια σπαρακτική κραυγή. Σέρνοντάς το σαν θήραμα, ξεκινάμε την πεζοπορία μας. Κάθε τόσο σταματάμε την προσπάθεια και καθόμαστε κάτω λαχανιασμένοι. Όμως διαθέτουμε τη δύναμη κυνηγών θριαμβευτών∙ αυτό, και το ζωηρό παγωμένο άρωμα του δέντρου μάς αναζωογονούν και μας δίνουν ώθηση. Το ηλιοβασίλεμα, πολλές φιλοφρονήσεις μάς συνοδεύουν κατά μήκος του δρόμου από κοκκινόχωμα, καθώς επιστρέφουμε στην πόλη∙ αλλά η φίλη μου είναι πονηρή και επιφυλακτική, όταν οι περαστικοί επαινούν τον θησαυρό που κουρνιάζει στο καροτσάκι μας: τι όμορφο δέντρο και από πού είναι; «Από ‘κει μεριά,» μουρμουρίζει αόριστα. Σε μια στιγμή ένα αυτοκίνητο σταματάει και η τεμπέλα σύζυγος του πλούσιου μυλωνά γέρνει έξω από το παράθυρο και με γκρινιάρικη φωνή φωνάζει: «Θα σου δώσω εικοσιπέντε σεντς μετρητά γι’ αυτό το ωραίο δεντράκι.» Κανονικά η φίλη μου σε τέτοιες περιπτώσεις διστάζει να πει όχι∙ αλλά αυτή τη φορά, αμέσως κουνάει το κεφάλι της: «Δεν θα παίρναμε ούτε ένα δολάριο.» Η γυναίκα του μυλωνά επιμένει. «Ένα δολάριο, που να πάρει! Πενήντα σεντς. Αυτή είναι η τελευταία μου προσφορά. Έλεος, γυναίκα, μπορείς να βρεις άλλο.» Σε απάντησή της, η φίλη μου σκέφτεται ήρεμα: «Πολύ αμφιβάλλω. Δεν υπάρχουν ποτέ δύο από το ίδιο πράγμα.»

Στο σπίτι. Η Κουίνι ξαπλαρώνει μπροστά στη φωτιά και κοιμάται μέχρι την επομένη, ροχαλίζοντας βαριά σαν άνθρωπος.

 

Ένα μπαούλο στη σοφίτα περιέχει: ένα κουτί παπουτσιών γεμάτο με ουρές ερμίνας (από την οπερατικού στυλ κάπα μιας περίεργης κυρίας που κάποτε νοίκιασε ένα δωμάτιο στο σπίτι μας), ρολά από φθαρμένες γιρλάντες που έγιναν χρυσές με το πέρασμα του χρόνου, ένα ασημένιο αστέρι, ένα κοντό σκοινί από σαραβαλιασμένα, αμφιβόλου καταλληλότητας και επικίνδυνα γλομπάκια που μοιάζουν με καραμέλες. Εξαιρετικές διακοσμήσεις για όσο αντέχουν, που όμως δεν είναι αρκετές: η φίλη μου θέλει το δέντρο μας να αστράφτει «σαν παράθυρο εκκλησίας Βαπτιστών,» φορτωμένο με βαριά χιονισμένα στολίδια. Όμως δεν έχουμε λεφτά για τα όμορφα πράγματα made-in-Japan που πουλούν στο «Όλα πέντε και δέκα» Έτσι κάνουμε ό,τι κάναμε πάντα: καθόμαστε για μέρες στο τραπέζι της κουζίνας με ψαλίδια, μπογιές και στοίβες από χρωματιστό χαρτί. Εγώ κάνω σχεδιάκια και η φίλη μου τα κόβει: πολλές γάτες, ψάρια επίσης (γιατί είναι εύκολα στο σχεδίασμα), μήλα, καρπούζια, μερικά φτερωτά αγγελούδια κατασκευασμένα από τα αλουμινένια χαρτάκια της σοκολάτας Χέρσεϋ. Χρησιμοποιούμε παραμάνες για να βάλουμε τις δημιουργίες μας στο δέντρο∙ σαν τελευταία πινελιά, πασπαλίζουμε τα κλαδιά με κομμάτια από βαμβάκι (που τα μαζέψαμε τον Αύγουστο γι’ αυτόν τον σκοπό). Η φίλη μου, επιτηρώντας το αποτέλεσμα, σταυρώνει τα χέρια της σφιχτά. «Τώρα αλήθεια, Μπάντυ, δεν είναι τόσο όμορφο που να θέλεις να το φας;» Η Κουίνι προσπαθεί να φάει ένα αγγελούδι.

Αφού υφαίνουμε και φτιάχνουμε κορδέλες για τις αγιοβασιλιάτικες γιρλάντες για όλα τα μπροστινά παράθυρα, το επόμενο βήμα μας είναι η κατασκευή των δώρων της οικογένειας. Μαντήλια βαμμένα στο χέρι για τις κυρίες και για τους άντρες ένα σπιτικό σιρόπι από λεμόνι, γλυκόριζα και ασπιρίνη «για τα πρώτα Συμπτώματα Κρυώματος και για μετά το Κυνήγι.» Αλλά όταν έρχεται η ώρα για τα δώρα που θα φτιάξουμε ο ένας για τον άλλον, εγώ και η φίλη μου χωριζόμαστε για να δουλέψουμε με μυστικότητα. Θα ήθελα να της αγοράσω ένα μαχαίρι με λαβή από μαργαριτάρια, ένα ράδιο, μία ολόκληρη λίβρα κεράσια καλυμμένα με σοκολάτα (δοκιμάσαμε κάποτε και από τότε ορκίζεται: «Θα μπορούσα να ζήσω μόνο με αυτά, Μπάντυ, Θεέ μου, θα μπορούσα ―και δεν επικαλούμαι το όνομά Του επί ματαίω»). Αντί γι’ αυτά, της φτιάχνω έναν χαρταετό. Εκείνη θα ήθελε να μου πάρει ένα ποδήλατο (το έχει πει σε αρκετές χιλιάδες περιστάσεις: «Μόνο να μπορούσα, Μπάντυ. Είναι αρκετά άσχημο να ζεις χωρίς κάτι που εσύ θέλεις∙ αλλά, που να πάρει, αυτό που με εκνευρίζει είναι να μην μπορείς να δώσεις σε κάποιον αυτό που εκείνος θέλει. Μια απ’ αυτές τις μέρες, θα το κάνω, Μπάντυ. Θα σου βρω ένα ποδήλατο. Μην ρωτάς πώς. Μπορεί και να το κλέψω»). Αντί γι’ αυτό, είμαι αρκετά σίγουρος ότι μου φτιάχνει έναν χαρταετό ―το ίδιο με πέρσι και με πρόπερσι: πριν από αυτό είχαμε ανταλλάξει σφεντόνες. Με το οποίο εγώ είμαι πολύ εντάξει. Γιατί είμαστε πρωταθλητές στο πέταγμα του χαρταετού και μελετάμε τον άνεμο σαν ναύτες∙ η φίλη μου πιο ικανή απ’ ότι εγώ, μπορεί να σηκώσει ψηλά στον αέρα χαρταετό ακόμα κι αν δεν υπάρχει αρκετό αεράκι για να φέρει σύννεφα.

Το απόγευμα της Παραμονής των Χριστουγέννων συγκεντρώνουμε και οι δυο μας πέντε σεντς και πηγαίνουμε στον χασάπη για να πάρουμε το παραδοσιακό δώρο της Κουίνι, ένα ωραίο ευκολομάσητο μοσχαρίσιο κόκκαλο. Το κόκκαλο, τυλιγμένο σε χαρτί εφημερίδας από τις σελίδες με τα κόμικς, τοποθετείται ψηλά στο δέντρο κοντά στο ασημένιο αστέρι. Η Κουίνι ξέρει πως είναι εκεί. Κάθεται στη βάση του δέντρου, κοιτάζοντας επίμονα και άπληστα, σε έκσταση. Όταν έρχεται η ώρα του ύπνου, αρνείται να κουνηθεί. Ο ενθουσιασμός της είναι ισάξιος με τον δικό μου. Κλωτσάω τα σκεπάσματα και αναποδογυρίζω το μαξιλάρι μου λες και είναι ένα καυτό καλοκαιρινό βράδυ. Κάπου φωνάζει ένας πετεινός: κάνει λάθος, αφού ο ήλιος βρίσκεται ακόμα στην άλλη πλευρά του κόσμου.

«Μπάντυ, ξύπνησες;» Η φίλη μου με φωνάζει από το δωμάτιό της που είναι δίπλα στο δικό μου∙ μια στιγμή αργότερα βρίσκεται καθισμένη στο κρεβάτι μου κρατώντας ένα κερί. «Λοιπόν, δεν μπορώ να κοιμηθώ oύτε σταλιά,» δηλώνει. Το μυαλό μου χοροπηδάει σαν λαγός. Μπάντυ, νομίζεις πως η κυρία Ρούζβελτ θα σερβίρει το κέηκ μας στο δείπνο;» Μαζευόμαστε πάνω στο κρεβάτι και μου σφίγγει το χέρι σαν να λέει σ’ αγαπώ. «Φαίνεται πως το χέρι σου ήταν κάποτε πολύ μικρότερο. Νομίζω πως δεν μου αρέσει που σε βλέπω να μεγαλώνεις. Όταν θα μεγαλώσεις, θα συνεχίσουμε να είμαστε φίλοι;» Λέω, για πάντα. «Όμως αισθάνομαι τόσο άσχημα, Μπάντυ. Ήθελα τόσο πολύ να σου κάνω δώρο ένα ποδήλατο. Προσπάθησα να πουλήσω το καμέο που μου έδωσε ο Μπαμπάς. Μπάντυ―» διστάζει, σαν να ντρέπεται. «Σου έφτιαξα άλλον έναν χαρταετό.» Μετά παραδέχομαι ότι της έφτιαξα κι εγώ έναν∙ και γελάμε. Το κερί έχει καεί πολύ για να το κρατάει. Το σβήνουμε και αφήνουμε να αποκαλυφθεί το φως των αστεριών που περιστρέφονται στο παράθυρο σαν κάλαντα που η χαραυγή τα κάνει να σωπάσουν. Πιθανόν λαγοκοιμόμαστε, αλλά η αυγή μάς ξαφνιάζει σαν παγωμένο νερό: σηκωνόμαστε με τα μάτια ορθάνοιχτα και περιφερόμαστε μέσα στο σπίτι καθώς περιμένουμε τους άλλους να ξυπνήσουν. Εντελώς σκόπιμα η φίλη μου ρίχνει ένα κατσαρόλι στο πάτωμα της κουζίνας. Εγώ χορεύω κλακέτες μπροστά σε κλειστές πόρτες. Ένας-ένας οι ένοικοι του σπιτιού εμφανίζονται, δείχνοντας να θέλουν να μας σκοτώσουν και τους δύο∙ αλλά είναι Χριστούγεννα, κι έτσι δεν μπορούν. Πρώτα, ένα υπέροχο πρωινό: ό,τι μπορείς να φανταστείς―από τηγανίτες και τηγανιτό σκίουρο μέχρι χυλό καλαμποκιού και μέλι στην κερήθρα. Έτσι, είναι όλοι σε καλή διάθεση εκτός από μένα και τη φίλη μου. Για να πούμε την αλήθεια, ανυπομονούμε τόσο να φτάσουμε στα δώρα που δεν μπορούμε να φάμε ούτε μπουκιά.

Εντάξει, είμαι απογοητευμένος. Ποιος δεν θα ήταν; Κάλτσες, ένα πουκάμισο για το κατηχητικό, μερικά μαντήλια, ένα μεταχειρισμένο πουλόβερ και μια ετήσια συνδρομή στο θρησκευτικό περιοδικό για παιδιά Ο Μικρός Βοσκός. Βράζω από τα νεύρα μου. Αλήθεια.

Η φίλη μου έχει καλύτερη ψαριά. Ένα σακί με πορτοκάλια, αυτό είναι το καλύτερό της δώρο. Ωστόσο, είναι πολύ περήφανη για ένα λευκό μάλλινο σάλι που της το έπλεξε η παντρεμένη αδελφή της. Αλλά λέει ότι το αγαπημένο της δώρο είναι ο χαρταετός που της έφτιαξα. Είναι πολύ όμορφος∙ αν και όχι τόσο όμορφος όσο αυτός που μου έφτιαξε εκείνη, ο οποίος είναι μπλε με χρυσά και πράσινα αστέρια Καλής Διαγωγής διασκορπισμένα πάνω του∙ επιπλέον είναι ζωγραφισμένο και το όνομά μου πάνω του, «Μπάντυ.»

«Μπάντυ, φυσάει αέρας.»

Φυσάει αέρας και τίποτα δεν θα μας ικανοποιήσει μέχρι να τρέξουμε στο βοσκοτόπι κάτω από το σπίτι, όπου η Κουίνι έτρεξε βολίδα να κρύψει το κόκκαλό της (και όπου, έναν χειμώνα αργότερα, θα θαφτεί και η ίδια). Εκεί, βουτώντας μέσα στο ζωηρό χορτάρι που μας φτάνει μέχρι τη μέση, ξετυλίγουμε τους χαρταετούς μας και τους κρατάμε καθώς τινάζουν τον σπάγγο σαν ψάρια στον ουρανό που κολυμπούν μέσα στον αέρα. Ικανοποιημένοι και ζεσταμένοι από τον ήλιο, ξαπλώνουμε στο γρασίδι και ξεφλουδίζουμε πορτοκάλια βλέποντας τους χαρταετούς μας να χοροπηδούν σαν παιδιά. Σύντομα ξεχνάω τις κάλτσες και το μεταχειρισμένο πουλόβερ. Είμαι τόσο ευτυχισμένος σαν να έχουμε ήδη κερδίσει το Μεγάλο Βραβείο των πενήντα χιλιάδων δολαρίων σε εκείνον τον διαγωνισμό ονοματοδοσίας του καφέ.

«Μα τι ανόητη που είμαι!» φωνάζει η φίλη μου, ξαφνικά σε εγρήγορση, σαν νοικοκυρά που θυμάται πολύ αργά πως έχει μπισκότα να ψήνονται στον φούρνο. «Ξέρεις τι πίστευα πάντα;» ρωτάει σαν να έχει ανακαλύψει κάτι, χαμογελώντας όχι σε μένα αλλά σε ένα σημείο πέρα από μένα. «Πάντα πίστευα ότι θα έπρεπε κανείς να είναι άρρωστος και ετοιμοθάνατος για να δει τον Κύριο. Και φανταζόμουν πως όταν Εκείνος θα ερχόταν θα ήταν σαν να έβλεπες το παράθυρο της εκκλησίας των Βαπτιστών: όμορφο σαν χρωματιστό γυαλί με τον ήλιο να το διαπερνά και τόση λάμψη που δεν θα ήξερες αν έχει βραδιάσει. Και πάντα ήταν μια παρηγοριά: να σκέφτεσαι αυτή τη λάμψη να εξαφανίζει κάθε τρομακτικό συναίσθημα. Αλλά βάζω στοίχημα ότι δεν συμβαίνει ποτέ αυτό. Στοιχηματίζω πως στο έσχατο τέλος καταλαβαίνουμε ότι ο Κύριος μάς έχει ήδη αποκαλυφθεί. Ότι τα πράγματα είναι όπως είναι» ―και το χέρι της κυκλώνει με μια χειρονομία σύννεφα και χαρταετούς και γρασίδι και την Κουίνι που ρίχνει χώμα πάνω στο κόκκαλό της― «πως ό,τι βλέπαμε πάντα, ήταν Εκείνος. Όσο για μένα, θα μπορούσα να φύγω από αυτόν τον κόσμο σήμερα.»

 

Αυτά είναι τα τελευταία μας Χριστούγεννα μαζί.

Η ζωή μάς χωρίζει. Αυτοί-Που-Γνωρίζουν-Καλύτερα αποφασίζουν ότι ανήκω σε στρατιωτική σχολή. Και έτσι ακολουθεί μια μίζερη διαδοχή από φυλακές με σαλπίσματα και απαίσια εγερτήρια σε στρατιωτικές κατασκηνώσεις. Έχω και καινούριο σπίτι. Αλλά δεν μετράει για μένα. Το σπίτι είναι εκεί που βρίσκεται η φίλη μου, κι εκεί δεν πηγαίνω ποτέ.

Αυτή συνεχίζει να ζει εκεί και να ασχολείται με μικροδουλειές στην κουζίνα. Μόνη της μαζί με την Κουίνι. Μετά μόνη της. («Μπάντυ, αγαπημένε μου,» γράφει με την άγρια δυσανάγνωστη γραφή της, «εχθές το άλογο του Τζιμ Μέισι κλώτσησε άσχημα την Κουίνι. Να είσαι ευγνώμων που δεν κατάλαβε πολλά. Την τύλιξα σε ένα καλό λινό σεντόνι και την πήγα με το καροτσάκι κάτω στο βοσκοτόπι του Σίμπσον, όπου μπορεί πια να είναι μαζί με όλα της τα Κόκκαλα…») Για μερικούς ακόμη Νοέμβρηδες συνεχίζει να ψήνει τα κέηκ φρούτων χωρίς βοήθεια∙ όχι τόσα πολλά όσα πριν, αλλά μερικά: και, φυσικά, πάντα μου στέλνει «το καλύτερο της φουρνιάς.» Επίσης, σε κάθε γράμμα της βάζει μια δεκάρα τυλιγμένη μέσα σε χαρτί τουαλέτας: «Δες καμιά ταινία και γράψε μου την ιστορία.» Αλλά σταδιακά στα γράμματά της αρχίζει να με μπερδεύει με τον άλλο φίλο της, τον Μπάντυ που πέθανε το 1880∙ όλο και πιο συχνά οι δέκατες τρίτες μέρες δεν είναι πια οι μόνες που μένει στο κρεβάτι: μέχρι που φτάνει ένα πρωινό του Νοεμβρίου, ένα χειμωνιάτικο πρωινό χωρίς πουλιά και φύλλα να πέφτουν, που δεν μπορεί πια να σηκωθεί και να αναφωνήσει: «Ω, είναι καιρός για κέηκ φρούτων!»

Και όταν αυτό συμβαίνει, το ξέρω. Ένα μήνυμα που λέει ελάχιστα, επιβεβαιώνει το νέο που μια μυστική φλέβα μου είχε ήδη λάβει και με χωρίζει από ένα αναντικατάστατο κομμάτι του εαυτού μου, απελευθερώνοντάς το σαν χαρταετό από τον κομμένο σπάγγο του. Είναι γι’ αυτό που περπατώντας στην πανεπιστημιούπολη αυτό το συγκεκριμένο πρωινό του Δεκεμβρίου, ψάχνω στον ουρανό. Σαν να περιμένω να δω δύο χαμένους χαρταετούς, κάπως σαν τις καρδιές μας, να πετάνε βιαστικά για τον Παράδεισο.

 

Μετάφραση: Μ.-Χ. Αναγνωστοπούλου

 

 

 

 

 

 

Back to top