Εικαστικά Ψυχογραφήματα - UrbanOrama.gr
Εικαστικά Ψυχογραφήματα

Εικαστικά Ψυχογραφήματα

Η Αθήνα του 1950 ιδωμένη μεσ’ από τα σχέδια του Saul Steinberg (1914-1999)

Του Αλέξανδρου Παπαγεωργίου-Βενετά Ανάρτηση: 09 Νοε 2024
Εικαστικά Ψυχογραφήματα


Ο βαθυστόχαστος ευθυμογράφος Saul Steinberg αποδίδει με κριτική και, συγχρόνως, στοργική οξύνοια την πεμπτουσία της υπόστασης της Αθήνας, όπως την γνώρισε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, περί το 1950. Σε δύο σχέδιά του (από το λεύκωμα The Labyrinth, 1954) αθροίζονται, παρατακτικά, σημαίνοντα της πολεοδομικής εικόνας της Αθήνας υπό τύπον αντικειμένων και προσώπων που ενδύονται την μορφή ιδεογραμμάτων, γραφικών δηλαδή σχημάτων που συνοψίζουν μία έννοια. 

Δεν απεικονίζεται εδώ μία πόλη στο σύνολό της ή σε χαρακτηριστικές εικόνες δημοσίων χώρων της. Με παιδική αμεσότητα (δεν θα την ονόμαζα «αφέλεια», διότι μόνον αφελής δεν είναι εδώ η ματιά του παρατηρητή) παρατίθενται στις δύο εικόνες δεκατέσσερα «θέματα» που συντίθενται σε δύο ιδεατές απόψεις της παλιάς πόλης (Πλάκας).

Στόχος των εφευρετικών αυτών απεικονίσεων δεν είναι η απόδοση εικαστικών εντυπώσεων ή, ακόμη, η υποβολή ενός γραφικού κλίματος «εντοπιότητας» (της λεγομένης couleur locale). Τα επί μέρους «θέματα» των σχεδίων επέχουν κυρίως θέση ιδεογραμματικών συμβόλων που αντιπροσωπεύουν -στο άθροισμά τους- το πνεύμα του τόπου (genius loci), όπως το ανεγνώρισε ένας αυστηρός, αλλά και καλοσυνάτος, απροκατάληπτος παρατηρητής.

Ο Steinberg ούτε αγαπά ιδιαιτέρως, ούτε μέμφεται τον άνθρωπο και τον χώρο ζωής τους. Με ένα σαρδόνιο χαμόγελο, μειδίαμα συγχρόνως πικρό και ειρωνικό, αλλά και γεμάτο συμπόνοια, σημαίνει τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά ενός περιβάλλοντος, του οποίου δημιουργός είναι ο πάντα αφελής και συχνά υπερφίαλος άνθρωπος.

Με πενάκι και σινική μελάνη -οι μαρκαδόροι δεν έχουν ακόμη εμφανισθεί- τα δύο γραμμικά σχέδια του καλλιτέχνη αποδίδουν, με άκρα σαφήνεια και με διαφοροποίηση σχεδιαστική κατά θέμα, το κρυφό περιεχόμενο, τον λόγο ύπαρξης, των στοιχείων του περιβάλλοντος, είτε κτίσματα είναι αυτά είτε άνθρωποι.

Κάθε «θέμα», αντικείμενο ή άνθρωπος, είναι αυθύπαρκτο, ευρίσκεται έξω από κάθε διάλογο με τον χώρο της πόλης, υπάρχει μόνο σε ένα κλίμα πεισματικής αυταρέσκειας κα αυτοαναφοράς.

Τα δύο σχέδια μπορεί να εκληφθούν και ως τμήματα μιας ιδεατής ζωφόρου που θα προέβαλλε με βαθιά κατανόηση όλες τις πτυχές της υπάρξεως «εν άστει».

Διαβάζομε τα σχεδιασμένα «ιδεογράμματα», την παράσταση δηλαδή των ιδεών που φέρουν οι λιτές απεικονίσεις:

_ Η ορθόδοξη εκκλησία έχει τον υψίκορμο μικρό τρούλο του βυζαντινού αττικισμού του 12ου αιώνα, αλλά και το απαραίτητο παρεκκλήσι-επέκταση. Ο σταυρός στον τρούλο, υπερμεγέθης, κραυγάζει. Διαλαλεί την πίστη που σώζεται στο ταπεινό σκήνωμα.

 

_ Ο βλοσυρός ιερωμένος -παπάς της ενορίας- στρέφει επιδεικτικά τα νώτα του προς την εκκλησία. Το μαύρο σχήμα του είναι αυτεξούσιο. «Εμπλεων εαυτού» θα τον χαρακτήριζε αυστηρά η Αγία Γραφή.

_ Οι ισχνές γραμμές του γέροντα κουλουρτζή, το απλανές του ύφος, η κυρτή του πλάτη, τονίζουν την μοναξιά του. Είναι ο «φέρων τας αμαρτίας του κόσμου», όπως φέρει και τα φτωχά κουλούρια του στις ξόβεργές του.

_ Το δίπτυχο λουστράκι-λιμοκοντόρος. Εδώ τις φιγούρες, ενώ τις ενώνει η τελετουργία του λουστραρίσματος, τις χωρίζει η υπαρξιακή τους υπόσταση: Ο μικρός κοιτάζει γοητευμένος τις βούρτσες του που κάνουν θαύματα, ενώ ο σκοτεινός κομψευόμενος μοιάζει απλησίαστος και απειλητικός πίσω από τα μαύρα γυαλιά του. Ο καθένας στον κόσμο του!

_ Δεξιά από την εκκλησία διαγράφεται, με νευρικά γραμμικά μουντζουρώματα, ένα ξερακιανό αθηναϊκό δέντρο, ακακία μάλλον με το χειμερινό της ένδυμα. Το δέντρο δεν κοσμεί, ούτε δροσίζει τον χώρο. Μάλλον κραυγάζει την μοναξιά του.

_ Δίπλα στο δέντρο -αρχετυπικώς- η υπόμνηση ενός παλιού αθηναϊκού σπιτιού. Οι ατέλειωτες γραμμές του περιγράμματός του υποβάλλουν την ερειπιώδη κατάστασή του. Το γυάλινο, μπαρόκ αναφορών, πρόστεγο του φαρμακείου συμβολίζει την παραμόρφωσή του. Η γυάλινη βιτρίνα του «Μανωλά», με τον φιλάρεσκο τοίχο του μαγαζιού «au grand chic», δηλώνει την γελοιότητα των νεωτεριστικών τάσεων στην παραδοσιακή κοινωνία.

Σαν χάντρες ενός ξεχαρβαλωμένου κομπολογιού, τα παρατιθέμενα «θέματα» μας συγκινούν, κλεισμένα στην απομόνωσή τους και στην ιδιότυπή τους μοίρα. Ένας αξιαγάπητος κόσμος, στην κωμικοτραγική του καθημερινότητα μας προσφέρεται υπαινικτικά.

Στο δεύτερο σχέδιο, οι νύξεις, τα μηνύματα που είναι κρυμμένα στις λεπτές γραμμές του, είναι ακόμη πιο διαπεραστικά και υποβάλλουν σκέψεις αμείλικτες:

_ Η Ακρόπολη, πρώτα: Μια γυμνή γραμμή περιγράμματος που σημαίνει ένα φυσικό όγκο, κυρίαρχη παρουσία, γεραρό τοπόσημο που καταθλίβει την πόλη με το βάρος του.

Τι προσφέρει ο βράχος στην πόλη; Μια παιδική σημαιούλα και ένα ταπεινό αέτωμα του Ερεχθείου, σύμβολα της νέας, αλλά και της παλαιάς, δόξας, απογυμνωμένα, αμφίβολα! Ένα κενό σχήμα η Ακρόπολη, φευγαλέα καταθλιπτική παρουσία.

_ Κάτω της και μπροστά της: Ο πύργος των Αέρηδων, αρχαίο κτίσμα σχεδόν άθικτο από τον χρόνο με χρήση αβέβαιη στο πέρασμα των αιώνων: υδραυλικό Ωρολόγιο, τεκές δερβίσηδων ή τουριστικό αξιοθέατο; Στην στέψη του κτίσματος οι αέρηδες πετάνε ορμητικά πάνω από την ανύπαρκτη -τη μη σχεδιασμένη- συνοικία της Πλάκας, σαν να συμβολίζουν τα άστατα πεπρωμένα της.

_ Γύρω από τους ανέμους σημαίνονται τα οικεία και τα χθόνια: Το ξερακιανό και πάλι δέντρο, τα σκόρπια αρχαία μέλη, τα οικιακά ζωάκια. Συνονθύλευμα αταίριαστων παρουσιών μέσα στον «αρχαιολογικό χώρο».

_ Το σκυλάκι, οι κοτούλες, η πάπια και ο τράγος -τι γυρεύουν τα άκακα ζωντανά δίπλα στα συντρίμμια των αρχαίων κιόνων; Και εκείνος ο ταλαίπωρος φράχτης από τεντωμένα σύρματα τι περιζώνει: Έναν αρχαιολογικό χώρο ή μήπως μίαν αυλή, ένα κοτέτσι; Όλα αυτά, σκόρπια, οικεία και αγαπητά, αλλά και κατά κάποιον τρόπο «εκτός πλαισίου» σαν να μην ανήκουν πουθενά.

_ Αριστερά το σοκάκι. Με λίγε γραμμές -πλέγμα πυκνό- υποδηλώνεται το καλντερίμι στην παλιά πόλη, που περπατιέται από ένα μοναχικό ανθρωπάκι με σκούρα φορεσιά που προχωρεί αδιάφορο. Ούτε οι αέρηδες, ούτε το «ραφείον Παντελάκι» (η επιγραφή ανορθόγραφη στην πρόσοψη του διπλανού σπιτιού) φαίνεται να το αφορούν.

_ Το σπιτάκι απρόσωπο -ούτε λαϊκό, ούτε νεοκλασικό. Μόνος λόγος υπάρξεώς του οι κραυγαλέες διαφημιστικές εικόνες στην πρόσοψή του. Σαν βουβά σκιάχτρα οι δύο τεράστιες ζωγραφιές προβάλλουν ένα όραμα: το ανθρωπάκι στον δρόμο μεταμορφωμένο σε εντυπωσιακό αστό, από την τέχνη του μόδιστρου «Παντελάκι» που διαφημίζεται: Η απαρχή της καταναλωτικής εποποιίας…

Αυτή μία ανάγνωση των δύο σχεδίων. Όλα ζουν και υπάρχουν κάτω από την σκέπη μιας αδιάφορης, σχηματικής Ακρόπολης.

Μία Τέχνη γελοιογράφου, σπάνια και ιδιότυπη, μας προσφέρει ο ρουμανικής-εβραϊκής καταγωγής, πολιτογραφημένος Αμερικανός Saul Steinberg, ο μόνιμος συνεργάτης του πασίγνωστου περιοδικού New Yorker, ο αρχηγέτης των σκιτσογράφων της εποχής του, μία Τέχνη με κρίσιμο κοινωνικό μήνυμα.

_ Τα σχέδιά του δεν είναι γελοιογραφίες του συρμού, δεν έχομε να κάνομε εδώ με «καρικατούρες». Οι καρικατούρες είναι αστειολογήματα διατυπωμένα γραφιστικά. Είναι ηθογραφήματα (σαν του δικού μας Μποστ), ειρωνικοί σχολιασμοί της καθημερινότητας, της πολιτικής, των ανθρώπινων συμπεριφορών.

Η ματιά του Steinberg δεν είναι ηθογραφική. Τα σχέδιά του προχωρούν πολύ πιο βαθιά. Είναι ψυχογραφήματα. Ο καλλιτέχνης συλλαμβάνει τις πληγές, την ευάλωτη πλευρά της Ρωμιοσύνης. Συλλαμβάνει όμως και το σθένος, την ολιγάρκεια, την συμφιλίωση με την ζωή που την χαρακτηρίζει.

Όλα αυτά αποδίδονται με την σπάνια αισθαντική χάραξη των γραμμών του. Μια λιτότητα, η αποφυγή του περιττού και διαύγεια εξαίρετη φωτίζουν τα έργα του. Τίποτε δεν μένει ανερμήνευτο, παρά το γεγονός ότι η ψυχολογική του διείσδυση στην ουσία του κόσμου που παρουσιάζει δεν είναι πάντα εύκολα αναγνώσιμη. Με κάθε ματιά σου στο σχέδιό του, σου αποκαλύπτεται και μια ακόμα κρυφή πτυχή.

Χωρίς να είναι Έλληνας ο Steinberg μας χαρίζει την εικόνα μια μικρής πατριδογνωσίας, σε ένα κλίμα γαλήνιας εγκαρτέρησης: Κατάφαση ζωής.

 

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς

Αρχιτέκτων-πολεοδόμος και ιστορικός της πολεοδομίας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933. Διπλωματούχος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου το 1956. Μετεκπαίδευση στο Παρίσι στην Πολεοδομία. Διδάκτωρ μηχανικός του Πολυτεχνείου Charlottenburg του Βερολίνου (1971). Καθηγητής της Ιστορίας της Πολεοδομίας στο μεταπτυχιακό κέντρο «Raymond Lemaire» του Πανεπιστημίου της Louvain (1975-1985). Προσκεκλημένος καθηγητής των Πολυτεχνείων Στουτγάρδης (1981-1982) και Μονάχου (1996-1997). Μέλος του Συμβουλίου Ιστορικών Τοπίων και Πόλεων του Συμβουλίου της Ευρώπης (1974-1977). Εμπειρογνώμων της UNESCO και του κέντρου HABITAT για τη συντήρηση των ιστορικών πόλεων.

Εξεπόνησε σημαντικές πολεοδομικές και χωροταξικές μελέτες για τη Χίο (1968), το νησιώτικο σύμπλεγμα Μυκόνου, Δήλου και Ρηνείας (1973-1974) και την παλαιά πόλη των Χανίων (1978). Εξειδικευμένος ερευνητής σε θέματα προστασίας και ανάπλασης των ιστορικών πόλεων.

Χαίρει διεθνούς αναγνωρίσεως ως μελετητής της πολεοδομικής ιστορίας των νεότερων Αθηνών. Επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1998). Συγγραφέας 30 βιβλίων σε ελληνική, γαλλική, αγγλική και γερμανική γλώσσα και πλέον των 90 άρθρων με αντικείμενο την ιστορία της πολεοδομίας και την προστασία του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος.

Κυριότερες δημοσιεύσεις: Integration Urbaine (1970) - Délos ; études urbaines sur une ville antique (1981) – Stadtplanung, Entwicklungslinien 1945-1980 (1984) – Haupstadt Athen, ein Stadtgedanke des Klassizismus (1994) – Athens: The Ancient Heritage and the Historic Cityscape in a Modern Metropolis (1995) – Αθήνα, δοκιμές και θεωρήσεις (1997) – Ο Leo von Klenze στην Ελλάδα (2000) – Αθήνα, ένα όραμα του κλασικισμού (2001) – Ο Αθηναϊκός περίπατος και το ιστορικό τοπίο των Αθηνών (2004) – Ίχνη Ελληνικά (2005) – Η Αθήνα του μεσοπολέμου μέσα από τις «Μέρες» του Γιώργου Σεφέρη (2006) – Briefweschel Klenze-Ross (2006) – Ο κήπος της Αμαλίας (2008).

Back to top