Laurence Stephen Lowry: ζωγραφίζοντας εργοστάσια που «δίνουν ψωμί» και ακυρώνουν ανθρώπινες ζωές - UrbanOrama.gr
Laurence Stephen Lowry: ζωγραφίζοντας εργοστάσια που «δίνουν ψωμί» και ακυρώνουν ανθρώπινες ζωές

Laurence Stephen Lowry: ζωγραφίζοντας εργοστάσια που «δίνουν ψωμί» και ακυρώνουν ανθρώπινες ζωές

Ανάρτηση: 17 Φεβ 2026

Βρισκόμαστε στην εποχή της κορύφωσης της βιομηχανικής επανάστασης και της απόλυτης παντοδυναμίας του Ηνωμένου Βασιλείου. Η εικόνα του κόσμου έχει αλλάξει. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει μετατραπεί σε «εργατικό δυναμικό», όπως θα λέγαμε σήμερα, στην πραγματικότητα όμως σε αναλώσιμη πρώτη ύλη στα γρανάζια της βιομηχανίας. Οι εξαθλιωμένοι πληθυσμοί των μεγαλουπόλεων μετατοπίζονται στις βιομηχανικές περιοχές της χώρας αναζητώντας μια καλύτερη προοπτική επιβίωσης. Εκεί αναπτύσσονται νέες βιομηχανικές πόλεις, όπου, παρά τη σκληρή εργασία των πληθυσμών στα εργοστάσια, οι συνθήκες ζωής συνεχίζουν να είναι άθλιες για την πλειοψηφία των εργαζομένων.

Canal and Factories, 1955

Αυτήν ακριβώς την εποχή γεννιέται στο Stretford του Lancashire ένας εμβληματικός και ιδιόρρυθμος ζωγράφος, ο Laurence Stephen Lowry (1887-1976), που αφιέρωσε τη ζωγραφική του στην αποτύπωση αυτού του νέου κόσμου. Ο Λόουρυ μεγάλο μέρος των πρώτων χρόνων της ζωής του το πέρασε σε ένα ευκατάστατο αστικό οικογενειακό περιβάλλον, στο καταπράσινο προάστιο του Μάντσεστερ, Victoria Park, Rus Rolme. Ωστόσο, όταν ήταν 22 χρόνων, η οικογένειά του λόγω οικονομικών προβλημάτων μετακόμισε στη βιομηχανική πόλη Pendlebury, σ’ ένα αποκλειστικά εργατικό περιβάλλον. Το νέο τοπίο του Λόουρυ δεν περιλάμβανε πια πάρκα αλλά υφαντουργεία και καμινάδες εργοστασίων.

Παρά το ότι αρχικά δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί, αργότερα γοητεύθηκε και αφοσιώθηκε στην απεικόνισή του, με έναν τρόπο μοναδικό, αναπτύσσοντας ένα ιδιαίτερο στυλ που διακρίνεται τόσο για τα αστικά τοπία, κατοικημένα από ιδιόρρυθμες ανθρώπινες φιγούρες, όσο και για τα ακατοίκητα βιομηχανικά τοπία. Ζωγράφισε επίσης μελαγχολικά πορτρέτα αλλά και θαλασσινά τοπία, συχνά απογυμνωμένα από την ανθρώπινη παρουσία. Εντελώς χαρακτηριστικές και ιδιόρρυθμες είναι οι στυλιζαρισμένες ανθρώπινες μορφές του που αποδίδονται με ελάχιστες πινελιές, απαλλαγμένες από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που είναι περισσότερο σκιτσαρισμένες (άνθρωποι-σπίρτα) παρά ζωγραφισμένες. Μικροί, σκοτεινοί, ασήμαντοι, περικυκλωμένοι από τεράστια κτίρια και εργοστάσια, κινούνται σε τυπικά κοινωνικά τελετουργικά μέσα σε σκούρες θλιμμένες πόλεις. Άνθρωποι μόνοι, αποξενωμένοι από τους άλλους και από το περιβάλλον τους βαδίζουν προς αντίθετες κατευθύνσεις ή σε ουρές, πηγαίνοντας στη δουλειά, σχολώντας από τη δουλειά, περιμένοντας στα νοσοκομεία, στα τραμ ή στα τρένα. Βιάζονται, τρέχουν, διασταυρώνονται και προσπερνούνται αδιάφορα, πανομοιότυπες μονάδες αναλώσιμες στα γρανάζια του συστήματος. Οι άνθρωποι του Λόουρυ δεν έχουν τίποτε πραγματικά δικό τους. Ούτε καν σκιά. Το σύμπαν τους είναι πυκνοκατοικημένο και έρημο συγχρόνως. Από αυτό απουσιάζουν ακόμα και τα καιρικά φαινόμενα.

Millworkers, 1948

Πόσο εύκολο ήταν μία τέτοια ζωγραφική ματιά να γίνει αποδεκτή από τους κριτικούς και τους ζωγράφους που απευθύνονται στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα του Ηνωμένου Βασιλείου; Περιφρονητικά χαρακτηρίστηκε ναΐφ και ζωγράφος της Κυριακής (ερασιτέχνης). Ο Λόουρυ, χαμηλόφωνα και διακριτικά, απάντησε: «Είμαι ένας απλός άνθρωπος που ζωγραφίζει». «Αν οι άνθρωποι με αποκαλούν ζωγράφο της Κυριακής, είμαι ζωγράφος της Κυριακής που ζωγραφίζει κάθε μέρα». Πώς όμως διαμορφώθηκε αυτή η ήσυχη, ποιητική ζωγραφική ματιά; Κάτω από ποιες οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες χτίστηκε η ήσυχη, διακριτική, ευφάνταστη, υπομονετική και επίμονη συγχρόνως προσωπικότητα του Λ. Σ. Λόουρυ;

Ο Λ. Σ. Λόουρυ ξεκίνησε να εργάζεται, αφού τελείωσε το σχολείο, για την Pall Mall Company και κατέληξε στην ταπεινή εργασία του rent-collector. Συγκέντρωνε τα ενοίκια από τις φτωχές εργατικές οικογένειες των γύρω  βιομηχανικών περιοχών, ερχόμενος σε καθημερινή επαφή με τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες διαβίωσής τους. Παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα ελεύθερου σχεδίου και το 1905 κατάφερε να εξασφαλίσει μια θέση στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μάντσεστερ, όπου σπούδασε κοντά στον Γάλλο ιμπρεσιονιστή Pierre Adolphe Valette, τον οποίο θαύμαζε και από τον οποίο επηρεάστηκε πολύ.

Going to work, 1943

Καταλυτικό ρόλο στη ζωή του Λ. Σ. Λόουρυ έπαιξε η μητέρα του, αστή θρησκευόμενη, που μεγάλωσε σε ευκατάστατο περιβάλλον με τη φιλοδοξία να γίνει πιανίστα συναυλιών. Η αποτυχία του συζύγου της να διατηρήσει το οικονομικό και κοινωνικό status της οικογένειάς τους, την μετέτρεψε σε άνθρωπο νευρικό, ευερέθιστο, απαιτητικό και καταπιεστικό. Χρησιμοποίησε το πρόβλημα υγείας που είχε (νεύρωση, κατάθλιψη) για να εξασφαλίσει την προσοχή και το ενδιαφέρον του συζύγου της πρώτα και μετά του γιου της, που τον καταπίεσε και τον χειραγώγησε με τον πιο στυγνό τρόπο, υποτιμώντας παράλληλα απολύτως τις ζωγραφικές του ικανότητες.

Ζώντας σ’ ένα τέτοιο αυταρχικό περιβάλλον ο Λ. Σ. Λόουρυ διαμόρφωσε ένα χαρακτήρα αρκετά κλειστό και ιδιόρρυθμο, αφοσιωμένο απόλυτα στη μητέρα του, που εύρισκε διέξοδο στη φαντασία του και στη ζωγραφική του. Χαρακτηριστικό της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ μητέρας και γιου, που είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου τη φροντίδα της, είναι ότι για να μην την ενοχλεί, ζωγράφιζε όταν η μητέρα του κοιμόταν (μεταξύ 10 μ.μ. και 3 π.μ.). Η ταινία Mrs. Loury and son (2019), σε σκηνοθεσία Adrian Noble και με πρωταγωνιστές την Vanessa Redgrave και τον Timothy Spall, απεικονίζει την ιδιαίτερη σχέση μητέρας-γιου.

Όσο η μητέρα του ζούσε, το έργο του έλαβε ελάχιστη αναγνώριση. Μετά τον θάνατό της έγινε ευρύτερα γνωστός και αποδεκτός, συμμετέχοντας σε εκθέσεις, αν και ο ίδιος είχε περιπέσει πια σε κατάθλιψη. Το 1953 διορίστηκε επίσημος καλλιτέχνης στη Στέψη της βασίλισσας Ελισσάβετ Β’. Στο εξής, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του έλαβε πολλές τιμητικές διακρίσεις για το έργο του. Απορρίπτοντας πολλές από αυτές κατέχει το ρεκόρ για τις περισσότερες τιμές που έχουν απορριφθεί ποτέ από καλλιτέχνη.

Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του έργου του στεγάζεται στη γκαλερί «The Lowry» στο Salford Quays που άνοιξε το 2000, με κόστος 106 εκατομμυρίων λιρών. Έργα του υπάρχουν επίσης σε πολλές ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές. Το 2013 πραγματοποιήθηκε αναδρομική έκθεση έργων του στην Tate Britain στο Λονδίνο, που για μακρύ χρονικό διάστημα τα κρατούσε στα υπόγειά της, μη επιδεικνύοντας αρκετό ενδιαφέρον «γι’ αυτόν τον επαρχιώτη». Το «ενδιαφέρον» υποκινήθηκε κυρίως κάτω από την πίεση δύο άλλων μεγάλων «επαρχιωτών» της τέχνης, του Damien Hirst  και του  David Hockney. Το 2014 έγινε η πρώτη ατομική έκθεση εκτός Ηνωμένου Βασιλείου στη Νατζίνγκ της Κίνας.

 Ο Λ. Σ. Λόουρυ  σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο σημαντικούς Άγγλους ζωγράφους που με την τέχνη του αφηγήθηκε μια ―ίσως την πιο καταπιεστική― εποχή της Αγγλίας και των εργοστασίων που «έδωσαν ψωμί» και ακύρωσαν ανθρώπινες ζωές. Τα έργα του, ακόμα και τα πρόχειρα σκίτσα που έκανε με μολύβι ή κάρβουνο πάνω σε χαρτοπετσέτες, εισιτήρια και φακέλους αλληλογραφίας, πωλούνται πανάκριβα, ακόμα και για εκατομμύρια λίρες. Γεγονός είναι ότι πέραν της καλλιτεχνικής τους αξίας, έναν αιώνα μετά, η αλήθεια που εκφράζουν συνεχίζει να αφορά τις σύγχρονες κοινωνίες.

Ε. Α.

Back to top