Porgy and Bess (Πόργκι και Μπες) – George Gershwin: από τη ραστώνη του Νότου στην αθανασία
Όταν ο Τζορτζ Γκέρσουιν (George Gershwin) κάθισε στο πιάνο για να συνθέσει το Porgy and Bess, δεν είχε σκοπό να γράψει άλλη μια παράσταση για το Broadway. Ήθελε να δημιουργήσει τη δική του «λαϊκή όπερα» (folk opera), ένα έργο που θα γεφύρωνε οριστικά το χάσμα ανάμεσα στην ευρωπαϊκή κλασική παράδοση και τη γνήσια αφροαμερικανική μουσική κληρονομιά.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα αριστούργημα γεμάτο από τη βαριά, υγρή ζέστη του καλοκαιριού της Νότιας Καρολίνας, ένα έργο που έμελλε να αλλάξει την ιστορία της μουσικής του 20ού αιώνα. 
Η ιστορία ξεκινά το 1926, όταν ο Γκέρσουιν διάβασε το μυθιστόρημα Porgy του DuBose Heyward. Μαγεύτηκε αμέσως από την δίχως άλλο ρομαντικοποιημένη ζωή των Αφροαμερικανών στο Catfish Row του Τσάρλεστον, μιας παραθαλάσσιας κοινότητας που ζούσε κάτω από τον καυτό ήλιο, παλεύοντας με τη φτώχεια, τις προκαταλήψεις και τα στοιχεία της φύσης.
Για να αποδώσει το έργο με απόλυτη αυθεντικότητα, ο Γκέρσουιν πέρασε το καλοκαίρι του 1934 στο Folly Island, ένα μικρό νησί κοντά στο Τσάρλεστον. Εκεί, απορροφήθηκε πλήρως από την καθημερινότητα των ντόπιων, άκουσε τις θρησκευτικές τους ιαχές, τις ψαλμωδίες τους και τον τρόπο που επικοινωνούσαν.

Η πρεμιέρα δόθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1935 στο Alvin Theatre της Νέας Υόρκης. Οι κριτικοί της εποχής μπερδεύτηκαν: ήταν όπερα ή musical; Το κοινό, ωστόσο, ένιωσε αμέσως την ηλεκτρική του ενέργεια, παρά το γεγονός ότι η αρχική παραγωγή ήταν οικονομικά ασύμφορη λόγω των απαιτήσεων του έργου.

Η ευφυΐα του Γκέρσουιν
Η μουσική δομή του Porgy and Bess είναι ένα μάθημα ανώτερης σύνθεσης. Ο Γκέρσουιν χρησιμοποιεί την τεχνική του Leitmotif (καθοδηγητικού/επαναλαμβανόμενου μοτίβου), επηρεασμένος από τον Βάγκνερ και τον Πουτσίνι, δίνοντας σε κάθε χαρακτήρα το δικό του μουσικό θέμα.
Ο συνθέτης πλέκει αριστοτεχνικά την κλασική οπερατική ενορχήστρωση με την τζαζ (jazz), τα μπλουζ (blues) και τις πεντατονικές κλίμακες των αφροαμερικανικών spirituals.

Το φαινόμενο «Summertime»
Η όπερα ανοίγει με το πιο διάσημο νανούρισμα του κόσμου. Το «Summertime» τραγουδιέται από την Κλάρα καθώς νανουρίζει το μωρό της μέσα στην αποπνικτική καλοκαιρινή ραστώνη. Η μελωδία του, βασισμένη σε μια απλή πεντατονική κλίμακα, κρύβει μια βαθιά, υπαρξιακή μελαγχολία πίσω από τους φαινομενικά αισιόδοξους στίχους ("Summertime, and the livin' is easy...").
Σκηνές όπως ο τυφώνας στη δεύτερη πράξη χρησιμοποιούν πολυρυθμία και περίπλοκα χορωδιακά σχήματα, αποδεικνύοντας τις τεχνικές ικανότητες του Γκέρσουιν που, συχνά, η κλασική ελίτ αμφισβητούσε.

Επιδραστικότητα και κοινωνικός αντίκτυπος
Το Porgy and Bess υπήρξε ένα βαθιά επαναστατικό έργο για την εποχή του. Ο Γκέρσουιν έθεσε έναν απαράβατο και εξαιρετικά προοδευτικό, για την εποχή, όρο στο συμβόλαιο του έργου: όλοι οι αφροαμερικανοί χαρακτήρες έπρεπε να ερμηνεύονται αποκλειστικά από αφροαμερικανούς κλασικούς τραγουδιστές.
Σε μια Αμερική με έντονο θεσμικό ρατσισμό και διαχωρισμό, η όπερα αυτή έδωσε για πρώτη φορά το βήμα σε κορυφαίους Αφροαμερικανούς καλλιτέχνες να ανέβουν στις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές του κόσμου. Αν και το έργο δέχτηκε επικρίσεις κατά τη διάρκεια του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα (δεκαετίες '50 και '60) για την απεικόνιση στερεοτύπων της φτώχειας και των ναρκωτικών, σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας θρίαμβος της μαύρης κουλτούρας στην κλασική τέχνη.
Παράλληλα, τραγούδια όπως τα «It Ain't Necessarily So», «I Loves You, Porgy» και «My Man's Gone Now» ξεπέρασαν τα όρια της όπερας και έγιναν θεμέλιοι λίθοι του Great American Songbook.
Κορυφαίες ιστορικές ηχογραφήσεις και εκτελέσεις
Η δισκογραφία του έργου χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: τις ολοκληρωμένες, αυθεντικές οπερατικές ηχογραφήσεις και τις θρυλικές τζαζ επανεκτελέσεις.
Οι αυθεντικές οπερατικές ηχογραφήσεις (The Classical Standards) περιλαμβάνουν τις παρακάτω:
_ Sir Simon Rattle / Glyndebourne Festival (1989, EMI/Warner):
Θεωρείται από τους περισσότερους μελετητές ως η κορυφαία ολοκληρωμένη ηχογράφηση όλων των εποχών. Ο Rattle διευθύνει τη Φιλαρμονική του Λονδίνου με ασύλληπτο νεύρο, ενώ οι Willard White (Porgy) και Cynthia Haymon (Bess) δίνουν ερμηνείες γεμάτες πάθος, αξιοπρέπεια και σπαραγμό. Η χορωδία του Glyndebourne κλέβει την παράσταση.

_ Lorin Maazel / Cleveland Orchestra (1976, Decca):
Η πρώτη, ιστορική, εντελώς ολοκληρωμένη (χωρίς καμία περικοπή) στερεοφωνική ηχογράφηση του έργου. Ο Maazel αντιμετωπίζει τον Γκέρσουιν με τον ίδιο σεβασμό που θα αντιμετώπιζε τον Ρίχαρντ Στράους. Η ποιότητα του ήχου της Decca και η ακρίβεια της ορχήστρας του Κλίβελαντ είναι μνημειώδεις.
_ David Robertson / Metropolitan Opera (2019, Erato):
Για όσους αναζητούν μια σύγχρονη, ολοζώντανη ηχογράφηση με κορυφαία ψηφιακή τεχνολογία, η παραγωγή αυτή σηματοδότησε την επιστροφή του έργου στη Met μετά από δεκαετίες, με τον Eric Owens και την Angel Blue να παραδίδουν μια φρέσκια, βαθιά συγκινητική ανάγνωση.

Οι θρυλικές τζαζ διασκευές (The Jazz Reimagined)
Το Porgy and Bess έχει το μοναδικό προνόμιο να έχει εμπνεύσει μερικά από τα καλύτερα τζαζ άλμπουμ στην ιστορία.
_ Louis Armstrong & Ella Fitzgerald (1957, Verve):
Ένα μνημείο της παγκόσμιας μουσικής. Η συνάντηση της «Πρώτης Κυρίας της Τζαζ» με τη βραχνή, γεμάτη συναίσθημα φωνή και την τρομπέτα του Άρμστρονγκ δημιουργεί μια μοναδική, σχεδόν θρησκευτική εμπειρία. Το «Summertime» τους είναι απλά αξεπέραστο.

_ Miles Davis / Gil Evans (1959, Columbia):
Ο Μάιλς Ντέιβις, με τις ενορχηστρώσεις-κεντήματα του Τζιλ Έβανς, μετατρέπει την όπερα σε ένα ορχηστρικό τζαζ ποίημα. Η τρομπέτα του Ντέιβις αντικαθιστά τις φωνές των τραγουδιστών, βγάζοντας μια μοναχική, νυχτερινή, καλοκαιρινή μελαγχολία που ραγίζει καρδιές.

Είτε το ακούσει κανείς ως μια μεγάλη, δραματική όπερα σε μια λυρική σκηνή, είτε μέσα από τις αυτοσχεδιαστικές νότες μιας τζαζ τρομπέτας, το Porgy and Bess παραμένει το απόλυτο καλοκαιρινό άκουσμα. Είναι μια ιστορία για την αγάπη, την ανθρώπινη αδυναμία και την ελπίδα, ντυμένη με μελωδίες που, όπως και η ζέστη του Νότου, κολλάνε στο δέρμα και δεν σε εγκαταλείπουν ποτέ.






