Jean-Michel Jarre: «ένας κομψός τύπος, ένας τραχύς τύπος, ένας περίεργος τύπος -αλλά ποτέ ένα στερεότυπο». Ο αρχιτέκτονας του ήχου. - UrbanOrama.gr
Jean-Michel Jarre: «ένας κομψός τύπος, ένας τραχύς τύπος, ένας περίεργος τύπος -αλλά ποτέ ένα στερεότυπο». Ο αρχιτέκτονας του ήχου.

Jean-Michel Jarre: «ένας κομψός τύπος, ένας τραχύς τύπος, ένας περίεργος τύπος -αλλά ποτέ ένα στερεότυπο». Ο αρχιτέκτονας του ήχου.

Ανάρτηση: 12 Φεβ 2026

Μια συνηθισμένη και κρύα στο βόρειο ημισφαίριο της Γης μέρα του Ιανουαρίου του 1977 ήχησε η… διαστημική μουσική φράση του Oxygène (Part IV). Καθώς ο πλανήτης μας δονείται ακόμα τότε στις συχνότητες της ψυχροπολεμικής περιόδου και των διαστημικών βλέψεων των δύο μεγάλων υπερδυνάμεων, ένα ξεχωριστό μουσικό μοτίβο που γεννήθηκε λες και ο προορισμός του ήταν να σταλεί σαν μήνυμα στο υπερπέραν, κάνει παγκόσμια επιτυχία πουλώντας πάνω από 12 εκατομμύρια αντίτυπα. Δημιουργός του είναι o Jean-Michel Jarre, ένας φουτουριστής μουσικός, που ανοίγει νέους δρόμους στη μουσική του τέλους της δεκαετίας του ’70 με την πρωτοποριακή του μαεστρία στην ηλεκτρονική μουσική.

Ο Jean-Michel Jarre Γεννιέται στη Λυών στις 24 Αυγούστου 1948. Από παιδί λαμβάνει πολλαπλά ερεθίσματα κυρίως όσον αφορά τις τέχνες. Ο πατέρας του είναι ο διάσημος μουσικοσυνθέτης Maurice Jarre, βραβευμένος με τρία Όσκαρ για τα σάουντρακ των ταινιών Ο Λώρενς της Αραβίας, Δόκτωρ Ζιβάγκο και Το πέρασμα στην Ινδία. Η μητέρα του είναι η ηρωίδα της γαλλικής αντίστασης και επιζήσασα από στρατόπεδο συγκέντρωσης France Pejot. Ο πατέρας του μετακομίζει στις ΗΠΑ όταν ο Jean-Michel είναι 5 ετών και τον αφήνει να μεγαλώσει με τη μητέρα του. Οι σχέσεις τους είναι δύσκολες και δεν ξανασυναντιούνται μέχρι που ο Jean-Michel γίνεται 18 χρονών. Ίσως γι’ αυτό ο μουσικός έχει δηλώσει επανειλημμένα πως η μητέρα του υπήρξε η μεγαλύτερη επιρροή στη ζωή του, διδάσκοντάς του την αξία της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας. Αυτό με τον καιρό μεταφράζεται στο έργο του ως αντισυμβατικότητα∙ το γεγονός ότι επιλέγει να δημιουργήσει ηλεκτρονική μουσική αντί να ακολουθήσει τον δρόμο των κλασικών σπουδών του αποτελεί μία πράξη «καλλιτεχνικής αντίστασης». Επιπλέον, χρησιμοποιεί τη μουσική ως ανθρωπιστικό μήνυμα, καθώς οι τεράστιες συναυλίες του σε εμβληματικά σημεία (όπως οι Πυραμίδες ή το Σινικό Τείχος) σίγουρα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως απλά θεάματα, αλλά περισσότερο ως προσπάθειες να ενώσει τους λαούς. Ο διορισμός του ως Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNΕSCO επιβεβαιώνει το ήθος και την καλλιτεχνική ποιότητα του μουσικού που θεωρούσε πάντα τη μητέρα του σημαντικό πυλώνα του. Παράλληλα, το εμβληματικό εξώφυλλο του Oxygène, που απεικονίζει μια ανθρώπινη νεκροκεφαλή μέσα στη Γη, γίνεται σύμβολο για την οικολογική συνείδηση της εποχής στην οποία κυκλοφορεί και αντανακλά την ανησυχία του καλλιτέχνη για την επιβίωση της ανθρωπότητας, μια ανησυχία που καλλιεργήθηκε από τις διηγήσεις της μητέρας του για τις κακουχίες του πολέμου και την επιβίωση στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ravensbrück, όπου είχε φυλακιστεί.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του περνάει οπωσδήποτε έξι μήνες κάθε χρόνο στο διαμέρισμα του παππού και της γιαγιάς του. Ο παππούς του παίζει όμποε, αλλά είναι μηχανικός και εφευρέτης, οπότε μέσα στο σπίτι υπάρχουν ισόποσες δόσεις καλλιτεχνίας και επιστήμης. Φαίνεται μάλιστα πως ο παππούς του είχε σχεδιάσει έναν πρωτότυπο μίκτη ήχου που χρησιμοποιείται στον ραδιοφωνικό σταθμό της Λυών. Δωρίζει στον εγγονό του το πρώτο του γραμμόφωνο και ο μικρός Jean Michel ακούγοντας τη μουσική του, κοιτάζει ψηλά από το μπαλκόνι του τους καλλιτέχνες του δρόμου στη δουλειά τους. Αργότερα δηλώνει πως αυτή η εμπειρία είχε μεγάλη επίδραση στην τέχνη του. Ο μικρός Jarre ξεκινάει τις κλασικές σπουδές στο πιάνο, όμως δυσκολεύεται. Έχει, ωστόσο, ένα γενικότερο ενδιαφέρον για τα μουσικά όργανα που δημιουργείται από τις συχνές επισκέψεις μαζί με τη μητέρα του στο τζαζ κλαμπ Le Chat Qui Pêche στο Παρίσι. Εκεί παίζουν σαξοφωνίστες όπως ο Άρτσι Σεπ και ο Τζον Κολτρέιν και τρομπετίστες όπως ο Ντον Τσέρρυ και ο Τσετ Μπέικερ. Αυτές οι πρώτες εμπειρίες του από την τζαζ μουσική του καλλιεργούν την ιδέα πως η μουσική μπορεί να είναι «περιγραφική χωρίς στίχους». Τον επηρεάζει όμως ταυτόχρονα και η παλιότερη, κλασική μουσική. Στο άκουσμα μιας εκτελέσεως της Ιεροτελεστίας της Άνοιξης του Στραβίνσκι συνειδητοποιεί «πως η μουσική μπορεί να μιλήσει απευθείας στα σπλάχνα σου…. Δεν υπήρχε διανοητική διαδικασία και αυτό ήταν υπέροχο», όπως δηλώνει σε μία συνέντευξή του το 2004.

Σε νεαρή ηλικία ο Jean-Michel Jarre έχει και εικαστικές ανησυχίες. Ασχολείται με τη ζωγραφική και βγάζει κάποια χρήματα εκθέτοντας έργα του στην Πινακοθήκη της Λυών. Επηρεάζεται πολύ από το έργο του Γάλλου ζωγράφου Πιερ Σουλάζ, από μία έκθεσή του στο Παρίσι. Οι ζωγραφιές του Σουλάζ έχουν πολλαπλά στρώματα χρώματος και καθώς ο Jarre μελετά την τεχνική του, αντιλαμβάνεται ότι με τη σύγχρονη τεχνολογία «για πρώτη φορά στη μουσική μπορούσες να ενεργήσεις ως ζωγράφος με τις συχνότητες και τους ήχους». Ενώ ακόμα φοιτά στο Λύκειο Michelet, η μητέρα του φροντίζει για τις μουσικές σπουδές του: κάνει μαθήματα στην αρμονία, στην αντίστιξη και τη φούγκα με τη Jeaninne Rueff στο Ωδείο του Παρισιού. Εντωμεταξύ παίζει ήδη σε διάφορες μπάντες και σε ηλικία 19 χρόνων αρχίζει τους πειραματισμούς με πολλά όργανα, αναμειγνύοντας την ηλεκτρική κιθάρα και το φλάουτο με άλλους ήχους. Σταδιακά επεκτείνει τους πειραματισμούς του χρησιμοποιώντας ραδιόφωνα και άλλες συσκευές. Καθοριστική αποδεικνύεται η ένταξή του το 1969 στην «Ομάδα Μουσικών Ερευνών» (Groupe de Recherches musicales, GRM), το πρωτοποριακό εργαστήριο ηλεκτρονικής μουσικής του Pierre Schaeffer. Εκεί γνωρίζει το modular συνθεσάιζερ του Moog το οποίο θα διαδραματίσει ίσως τον σημαντικότερο ρόλο στη μουσική του αργότερα. Με αυτό άλλωστε δημιουργεί τα εμβληματικά άλμπουμ Οxygène (1976) και Équinoxe (1978), γεφυρώνοντας την πειραματική ηλεκτρονική μουσική με τις ποπ μελωδίες. Περνάει αρκετό καιρό εργαζόμενος στο στούντιο του σημαντικού Γερμανού συνθέτη Στοκχάουζεν στην Κολωνία πριν στήσει στην κουζίνα του διαμερίσματός του στο Παρίσι ένα μικρό στούντιο για ηχογραφήσεις, με τα πρώτα του αναλογικά συνθεσάιζερ, ένα EMS VCS 3 και ένα EMS Synthi AKS, συνδεδεμένα με μαγνητόφωνα. Το 1969 σε ηλικία 21 χρόνων γράφει για μία έκθεση το πρώτο του πεντάλεπτο τραγούδι «Hapinness is a sad song» αλλά η πρώτη του εμπορική κυκλοφορία γίνεται τον ίδιο χρόνο με ένα άλλο κομμάτι, το La Cage, ένα μίγμα αρμονίας, εφέ μαγνητοταινίας και συνθεσάιζερ.

Τα πρώτα πέντε χρόνια της δεκαετίας του 70 δημιουργεί με ποικίλους τρόπους, από μουσική για θέατρο και μπαλέτο, μέχρι διαφημίσεις και τηλεοπτικές εκπομπές, ανάμεσά τους και τη μουσική επένδυση για την ταινία Les Granges Brûlées με τους Αλαίν Ντελόν και Σιμόν Σινιορέ. Το ίδιο έτος κυκλοφορεί και το πρώτο του ολοκληρωμένο σόλο άλμπουμ, το Deserted Palace. Περιέχει 15 κομμάτια που κυμαίνονται από "ηλεκτρο-φάνκ" έως "μπαρόκ" και φουτουριστικές ατμόσφαιρες, ενώ είναι αξιοσημείωτο ότι αρχικώς δημιουργείται ως library music (μουσική αρχείου), δηλαδή σύντομα κομμάτια που προορίζονται για χρήση ως μουσική επένδυση σε ταινίες, διαφημίσεις ή δημόσιους χώρους, όπως π.χ. αεροδρόμια. Για δεκαετίες το συγκεκριμένο έργο του Jarre θεωρείται αντικείμενο για συλλέκτες, καθώς δεν είχε επανακυκλοφορήσει επίσημα μέχρι πρόσφατα.

Μέχρι που το 1976 έρχεται ένα άλμπουμ που εκτοξεύει τον Jean-Michel Jarre στην παγκόσμια κορυφή και καθορίζει την ηλεκτρονική μουσική. Ο Jarre συνθέτει το συγκεκριμένο έργο στο αυτοσχέδιο στούντιο της κουζίνας του, χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό αναλογικών συνθεσάιζερ για να δημιουργήσει τις θεσπέσιες, ατμοσφαιρικές και διαστημικές υφές στον ήχο του. Ο Jarre δεν μένει στα διαθέσιμα μέσα που έχει στα χέρια του και επινοεί συνεχώς καινούρια τρικ για να φτιάξει τον ήχο που έχει εμπνευστεί, για παράδειγμα το τρικ με το σελοτέιπ. Θέλει να δημιουργήσει πιο σύνθετους και γεμάτους ρυθμούς, που δεν υπάρχουν στη συσκευή Korg Mini Pops 7 που διαθέτει. Πρόκειται για μια απλή μηχανή με προκαθορισμένους ρυθμούς (presets), όπου κανονικά μπορούσες να επιλέξεις μόνο έναν ρυθμό κάθε φορά πατώντας το αντίστοιχο κουμπί. Ο μουσικός σκέφτεται να χρησιμοποιήσει σελοτέιπ για να κρατάει πατημένα δύο ή περισσότερα κουμπιά ταυτόχρονα. Αυτό αναγκάζει τη μηχανή να παίζει δύο διαφορετικούς ρυθμούς ταυτόχρονα, δημιουργώντας έναν νέο, μοναδικό συνδυασμό. Σε μία εποχή όπου ούτε ψηφιακά samplers υπάρχουν ούτε και sequencers, ο Jarre χρησιμοποιεί την εφευρετικότητά του προκειμένου να ξεπεράσει τους τεχνικούς περιορισμούς. Το ανήσυχο και δημιουργικό πνεύμα του έχει ως μοναδικό στόχο να δημιουργήσει τη μουσική που πλανάται μέσα στο μυαλό του, και το καταφέρνει. Το άλμπουμ θεωρείται εμβληματικό τόσο για την αυθεντικότητα της μουσικής του όσο και για το ότι έχει καταφέρει να φέρει το ευρύ κοινό κοντά στην ηλεκτρονική μουσική και το συνθεσάιζερ.

Το επόμενο άλμπουμ του Jean-Michel Jarre, το Équinoxe, κυκλοφορεί το 1978 με μικρότερη εμπορική επιτυχία από το Oxygène. Δύο χρόνια μετά τον προκάτοχό του, το συγκεκριμένο άλμπουμ έχει δημιουργηθεί με sequencers και περιέχει μουσική με πιο κλασικό και μπαρόκ ύφος από το Oxygène και περισσότερη έμφαση στην ανάπτυξη της μελωδίας. Όμως τον επόμενο χρόνο ο Jarre αποδεικνύει για άλλη μία φορά το επαναστατικό του πνεύμα στον χώρο της μουσικής. Η πρώτη ανοιχτή συναυλία του με τον χαρακτήρα ενός event, όπως θα λέγαμε σήμερα, πραγματοποιείται στην Place de la Concorde του Παρισιού, και αποτελεί το πρώτο σύγχρονο υπερθέαμα και ακρόαμα που δίνεται δωρεάν και το οποίο παρακολουθούν πάνω από ένα εκατομμύριο θεατές παρόντες και άλλα εκατό εκατομμύρια τηλεθεατές σε ζωντανή σύνδεση. Το διάρκειας 40 λεπτών πολυθέαμα περιλαμβάνει, εκτός από την υψηλής ποιότητας μουσική του Jarre, προβολές φωτός, εικόνων και πυροτεχνήματα, χρησιμεύοντας ως οδηγός για τα μελλοντικά κονσέρτα του.

Ο Jean-Michel Jarre συνεχίζει τους πειραματισμούς τόσο στη μουσική όσο και στις περφόρμανς που πραγματοποιεί. Για παράδειγμα, το 1981 γίνεται ο πρώτος Δυτικός μουσικός που προσκαλείται από την Κίνα να δείξει το έργο του στην μετά τον Μάο εποχή. Τα κονσέρτα που δίνει στο Πεκίνο και την Σανγκάη μπορεί να μην έχουν την επιτυχία των αντίστοιχων στον δυτικό κόσμο, αποτελούν όμως ορόσημο όσον αφορά τις εκδηλώσεις στην Κίνα, αφού τα άκουσαν και τα μοιράστηκαν 500 εκατομμύρια θεατές και ακροατές στο Λαϊκό Ραδιόφωνο και Τηλεόραση της Κίνας. Κάθε χρόνο ο πολυτάλαντος μουσικός επανέρχεται με νέες ιδέες και ανανεωμένη έμπνευση. Καμία ιδέα, καμία περφόρμανς του Jarre δεν είναι ίδια με την προηγούμενη. Συνθέτει τη Μουσική για Σούπερ Μάρκετ (Musique pour Supermarché) στο πλαίσιο μιας έκθεσης τέχνης. Ωστόσο το 1983 θέτει σε δημοπρασία ένα μοναδικό αντίτυπο της μουσικής στο Παρίσι και καταστρέφει τις αρχικές μαγνητοταινίες με την παρουσία επιτροπής, θέλοντας να τονίσει την καλλιτεχνική αξία της μουσικής καθώς διέβλεπε την υποτίμησή της ως προϊόντος μαζικής παραγωγής τοποθετημένου στα ράφια των σούπερ μάρκετ μαζί με άλλα καταναλωτικά αγαθά. Το μοναδικό αντίτυπο βινυλίου δημοπρατείται, με τα έξοδα να πηγαίνουν σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ταυτόχρονα δίνει την άδεια στο Radio Luxembourg να αναμεταδώσει στο σύνολο της τη Μουσική για Σούπερ Μάρκετ και χωρίς διακοπές, προτρέποντας μάλιστα τους ακροατές να την… «πειρατέψουν», να γράψουν δηλαδή τη μουσική σε κασέτες, καθώς θα ήταν αυτή η μία και μοναδική φορά που θα ακουγόταν. Παρ’ όλο που πολλά έχουν αλλάξει από τότε στον χώρο της μουσικής και παρ’ όλο που μάλλον οι φόβοι του Jarre έχουν επαληθευθεί, η πράξη του αυτή δεν παύει να αποτελεί ένα ορόσημο ως η ύψιστη ίσως καλλιτεχνική διαμαρτυρία που επιχείρησε να αποδείξει ότι ένα μουσικό έργο μπορεί να είναι μοναδικό και μη αναπαραγώγιμο, όπως ένας αυθεντικός πίνακας ζωγραφικής.

Το 1986 ο Jean-Michel Jarre προσκαλείται από τον μουσικό διευθυντή της Όπερας του Χιούστον να δώσει μία συναυλία για τον εορτασμό των 150 χρόνων από την ανεξαρτησία του Τέξας. Καθώς η προηγούμενη χρονιά ήταν επίσης η επέτειος των 25 χρόνων από την ίδρυση του διαστημικού κέντρου Τζόνσον στο Χιούστον, η NASA έρχεται σε επαφή μαζί του ώστε να ενσωματώσει και αυτή την επέτειο στη συναυλία του. Αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα ο Jarre υλοποιείται για άλλη μία φορά, μπαίνοντας και πάλι στο βιβλίο Γκίνες, αφού καταρρίπτει το ίδιο το δικό του ρεκόρ του 1979 ενώ ψηφίζεται από το People Magazine «Ευρωπαίος Μουσικός της Χρονιάς». Μετατρέποντας την πόλη του Χιούστον σε μία ζωντανή καλλιτεχνική περφόρμανς, με ζωντανό κοινό που αριθμεί πάνω από 1,5 εκατομμύριο, χρησιμοποιεί τους ουρανοξύστες της πόλης ως γιγαντιαίες οθόνες προβολής για λέιζερ και εικόνες και μεταμορφώνει τον αστικό ιστό σε ένα θεαματικό φόντο για μια περίτεχνη επίδειξη πυροτεχνημάτων. Η μουσική του, το Rendez-Vous, άλμπουμ που έχει δημιουργηθεί μέσα σε μία περίοδο μόλις δύο μηνών, γεννιέται από την επιθυμία του συνθέτη να αποδώσει μουσικά την ανάπτυξη του Χιούστον από μία αγροτική οικονομία σε παραγωγό διαστημικής τεχνολογίας. Ωστόσο, μία θλιβερή συγκυρία έρχεται να θολώσει την παραγωγή του θεάματος. Για τη συναυλία αυτή ο αστροναύτης και φίλος του Jarre, Ron McNair, έχει προγραμματίσει να παίξει ένα σόλο σαξόφωνο ζωντανά από το διάστημα κατά τη διάρκεια του κομματιού "Last Rendez-Vous". Είναι όμως ένα από τα θύματα της τραγωδίας του διαστημικού λεωφορείου Challenger που συμβαίνει δύο μήνες πριν από τη συναυλία. Μετά τον θάνατο του φίλου του και του πληρώματος, αρχικά ο Jarre σκέφτεται να ακυρώσει τη συναυλία, αλλά τελικά την αφιερώνει στη μνήμη τους. Στη σκηνή, το μέρος του σόλο σαξοφώνου παίζει ο Kirk Whalum, ενώ στη γιγαντοοθόνη προβάλλεται η φωτογραφία του McNair.

Ο Jarre στηριζόμενος στις καλλιτεχνικές του ανησυχίες και μόνο συνεχίζει να καταρρίπτει τα ρεκόρ που έχει ο ίδιος δημιουργήσει. Το 1988 στο Λονδίνο στήνει μία επική παραγωγή, το Destination Docklands, μέσα στις αποβάθρες του Λονδίνου και υπό καταρρακτώδη βροχή. Παρά τα τεράστια τεχνικά προβλήματα που συναντά, η συναυλία αναδεικνύει τη βιομηχανική αισθητική του περιβάλλοντος χώρου και τη χρήση πλωτών σκηνών μέσα σε ένα σφιχτό αστικό πλαίσιο. Έχοντας πλέον παγιωθεί ως θρύλος της αστικής κουλτούρας, συνεχίζει να δίνει κονσέρτα-περφόρμανς σε μεγάλες πόλεις. Σημείο αναφοράς για το urban design αποτελούν η συναυλία στη La Defense στο Παρίσι το 1990 με 2,5 εκατομμύρια κόσμο και, κυρίως, στη Μόσχα το Oxygène το 1997 κατά τον εορτασμό των 850 χρόνων της πόλης της Μόσχας, με το απόλυτο παγκόσμιο ρεκόρ των 3,5 εκατομμυρίων θεατών. Η συναυλία περιλαμβάνει ζωντανή σύνδεση με τους αστροναύτες από τον διαστημικό σταθμό ΜΙΡ.

Ο Jean-Michel Jarre δείχνει να μπορεί να χειριστεί αυτό που ο μέσος άνθρωπος αδυνατεί αλλά και φοβάται: το άπειρο και τον χρόνο. Τα μεγάλης κλίμακας θεάματα που παράγει με γενναιοδωρία για τους ανθρώπους γεννούν μόνο δέος, παράγοντας ένα αίσθημα σύνδεσης με το σύμπαν αλλά και τον Άλλο. Αποδεικνύει πως δεν φοβάται την τεχνολογία αλλά την αντιμετωπίζει ως προέκταση του ανθρώπινου συναισθήματος και οι συναυλίες του καταδεικνύουν το βαθιά ανθρωπιστικό του πνεύμα. Δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιεί τον εαυτό του ως αγωγό που συνδέει την τεχνολογία με την τέχνη, τον άνθρωπο με το σύμπαν, τους ανθρώπους μεταξύ τους, το παρελθόν με το μέλλον, την ψυχαγωγία με την τελετουργία. Κάθε συναυλία του πάλλεται στη συχνότητα της προόδου και της αισιοδοξίας, ποτέ όμως δεν ξεχνά την εύθραυστη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. Γιορτάζοντας την αλλαγή της χιλιετίας, πραγματοποιεί μία από τις πιο μυστηριώδεις και απαιτητικές τεχνικά συναυλίες στις Πυραμίδες της Γάζας την παραμονή του 2000 (31 Δεκεμβρίου 1999-1 Ιανουαρίου 2000). Η συναυλία μένει στην ιστορία εξαιτίας ενός απρόβλεπτου φαινομένου: την εμφάνιση μιας πυκνής ομίχλης που έχει καλύψει το οροπέδιο της Γάζας εκείνο το βράδυ και καθιστά τις πυραμίδες σχεδόν αόρατες, με αποτέλεσμα οι προβολές που έχουν προγραμματιστεί να χάσουν τη βάση τους. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργείται ένα σουρεαλιστικό οπτικό εφέ, σαν να ήταν παραγγελία του ίδιου του συνθέτη. Οι δέσμες των λέιζερ φωτίζονται μέσα στην υγρασία, κάνοντας ολόκληρο τον ουρανό να μοιάζει με μια τρισδιάστατη, φωτεινή γλυπτική εγκατάσταση, ενώ οι πυραμίδες εμφανίζονται και εξαφανίζονται σαν φαντάσματα, προσθέτοντας στην περφόρμανς έναν μυστηριακό χαρακτήρα. Το θέαμα συνεχίζεται μέχρι το ξημέρωμα της 1ης Ιανουαρίου, κλείνοντας με μια ειδική "Sunrise" εμφάνιση την ώρα που ο ήλιος ανατέλλει πίσω από τις πυραμίδες.

Με το πέρασμα των χρόνων, ο συνθέτης παραμένει πιστός στο προσωπικό του όραμα χωρίς να αδιαφορεί για τα νέα μουσικά πράγματα και τις νέες τεχνολογίες. Συνεργάζεται με πολλούς και διάφορους θρύλους της μουσικής και όχι μόνο (από τους Pet Shop Boys μέχρι τον Edward Snowden), φιλοδοξώντας να εντρυφήσει περισσότερο εννοιολογικά στον τομέα της ηλεκτρονικής μουσικής (Electronica 1&2, 2015-2016). Σαράντα χρόνια μετά το πρωτότυπο, επιστρέφει στις ρίζες του για να ολοκληρώσει την τριλογία του Oxygène, χρησιμοποιώντας μινιμαλιστικά μέσα και αναλογικούς ήχους (Oxygène 3, 2016). Το 2018 πραγματοποιεί ένα sequel του εμβληματικού δίσκου του 1978, που εστιάζει στη σχέση της ανθρωπότητας με την Τεχνητή Νοημοσύνη, ενώ το 2022 κυκλοφορεί το Oxymore, ένα άλμπουμ-φόρο τιμής στον Pierre Henry, σχεδιασμένο αποκλειστικά για πολυκατευθυντικό ήχο (spacial audio) και εικονική πραγματικότητα.

Ο Jean-Michel Jarre δεν είναι απλώς ένας πρωτοπόρος της ηλεκτρονικής μουσικής, αλλά ένας αρχιτέκτονας του ανέφικτου που κατάφερε να μετατρέψει τον ήχο σε συλλογικό βίωμα και να συμφιλιώσει τον ατομικισμό του δημιουργού με τη συλλογική εμπειρία του πλήθους. Από το ριζοσπαστικό κάψιμο των ταινιών του Musique pour Supermarché μέχρι τα ψηφιακά σύμπαντα του Oxymore, το έργο του παραμένει μια διαρκής υπενθύμιση ότι η τεχνολογία, όσο εξελιγμένη κι αν είναι, αποκτά νόημα μόνο όταν υπηρετεί το ανθρώπινο συναίσθημα και την ανάγκη μας για σύνδεση. Είτε φωτίζοντας τους ουρανοξύστες του Χιούστον είτε εξερευνώντας τις δυνατότητες της εικονικής πραγματικότητας, ο Jarre συνεχίζει να μας καλεί να κοιτάξουμε πέρα από τον ορίζοντα, αποδεικνύοντας ότι το μέλλον της τέχνης δεν βρίσκεται στην επανάληψη, αλλά στην τόλμη να ονειρευόμαστε το άπειρο σε μια κλίμακα που αγκαλιάζει ολόκληρο τον πλανήτη.

 

Τον Jean-Michel Jarre και την πολυδιάστατη μουσική του θα μπορέσουμε να απολαύσουμε στην Αθήνα φέτος το καλοκαίρι για μία και μοναδική συναυλία, που θα φιλοξενηθεί τη Δευτέρα 22 Ιουνίου στο Ξέφωτο του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ) στο πλαίσιο του Release Athens x SNF Nostos 2026. Το μόνο σίγουρο είναι πως το κοινό του θα έχει την ευκαιρία να βιώσει από κοντά τη φουτουριστική αισθητική ενός καλλιτέχνη που μετέτρεψε το συνθεσάιζερ και την ηλεκτρονική μουσική σε παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο.

 

 

 

Back to top