
Λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής
Τα αφηγήματα του Κάρολου Τσίζεκ χωρίζονται σε δύο ευδιάκριτες κατηγορίες. Στην πρώτη, που εκπροσωπείται από τη «Λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής» και από τον «Θείο Τσάις», η αναζήτηση του χαμένου χρόνου της παιδικής και της νεανικής ηλικίας του συγγραφέα διαπλέκεται άρρηκτα με την ιστορία της μεσοπολεμικής και κατοχικής Θεσσαλονίκης, καθώς ο αφηγητής ανασύρει από το βασίλειο της λήθης το χαμένο παρελθόν μιας πόλης πολυεθνοτικής, ποικιλόχρωμης, που σφύζει από ζωή. Στη δεύτερη κατηγορία, στην οποία εντάσσονται τα υπόλοιπα αφηγήματα, παρακολουθούμε τη σταδιακή διαμόρφωση της υβριδικής ταυτότητας του συγγραφέα: τσεχικής καταγωγής, με ιταλική και ελληνική παιδεία, μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, μοιρασμένος ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις, ο Τσίζεκ βιώνει την ετερότητα χωρίς αγκυλώσεις, με κριτική διάθεση και χιούμορ.
Η μνήμη, στις δύο μορφές της, την ατομική και τη συλλογική, καθορίζει την αφηγηματική τεχνική και το ύφος του βιβλίου. Οι παλινδρομήσεις της, οι αλλεπάλληλοι συνειρμοί και οι συνεχείς παρεκβάσεις δημιουργούν μια θραυσματική, ρευστή, άκρως γοητευτική αφήγηση, που δανείζεται τους τρόπους άλλοτε της νεωτερικής αυτοβιογραφίας, άλλοτε του χρονικού και άλλοτε του δοκιμίου.
Λεωφόρος ΝΑΤΟ
Δοκιμή περιπλάνησης
Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΝΑΤΟ αναπλάθει το βίωμα μιας περιπλάνησης στην οδό ταχείας κυκλοφορίας που συνδέει τον Ασπρόπυργο με την Ελευσίνα. Πρωτοβρέθηκα στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ το καλοκαίρι του 2016 και σημείωσα in situ σκέψεις και συναισθήματα για παρόδους και παρακάμψεις, για σύγχρονα ερείπια και ημιτελείς κατασκευές, για μεταβιομηχανικά κατάλοιπα που τελούν υπό ένα καθεστώς αδιευκρίνιστης αναμονής. Στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ είδα να κατοπτρίζεται η ωμή εκδοχή της νεότερης Ελλάδας, αλλά καθ’ οδόν κάτι ακόμη με έλκυε όλο και πιο πολύ: η ταυτόχρονη αποσάθρωση τόπου και προσώπου. Η περιπλάνηση εξελίχθηκε σε ισχυρή εμπειρία αποκοπής από τον δημόσιο χώρο και τον οικείο εαυτό – χάρη σε αυτήν γεννήθηκε το βιβλίο.
Τυπικά η Λεωφόρος ΝΑΤΟ ανήκει στη λογοτεχνία της περιπλάνησης, με παρεκβάσεις για τις έννοιες του τόπου και του τοπίου, του ανήκειν και της ανεστιότητας. Είναι, όπως τα προηγούμενα βιβλία μου, μια απόπειρα εξερεύνησης των ορίων του δοκιμιακού λόγου κι επιπλέον ένα πείραμα ψυχογεωγραφίας. Κυρίως όμως είναι μια παραβολή για την εμπειρία της απώλειας που βρίσκεται στην αφετηρία κάθε περιπλάνησης.
Ν.Σ.
Η αποδρομή του Βάλτερ Μπένγιαμιν.
Ένα καλειδοσκόπιο κειμένων για το ίχνος της ύλης στη Νάπολη
Αφορμή για το συγκεκριμένο εκδοτικό εγχείρημα είναι η επισήμανση του Wolfram Eilenberger (Η εποχή των μάγων) πως η Νάπολη του Βάλτερ Μπένγιαμιν και της Άσια Λάτσις αποτελεί κομβικό σημείο στο έργο του Γερμανού στοχαστή. Γύρω λοιπόν από τη μετάφραση αυτού του κειμένου κατασκευάστηκε ένα καλειδοσκόπιο από πρωτότυπα κείμενα και μεταφράσεις, σκοπός του οποίου είναι να φωτίσει από διαφορετικές οπτικές γωνίες το κείμενο και πτυχές της εξέλιξης της γραφής του Βάλτερ Μπένγιαμιν που διαφαίνονται σε αυτό.
Φιλοδοξία αυτής της έκδοσης δεν είναι να προσφέρει μια οριστική ανάγνωση του έργου του Μπένγιαμιν, το οποίο είναι τόσο πορώδες ώστε να ανοίγεται σε ερμηνείες κάθε λογής, ούτε να υποστηρίξει πως η επιρροή της Λετονής επαναστάτριας και μόνο έβγαλε τον ερωτευμένο W.B. από τον ελεφάντινο πύργο του και τον έφερε αντιμέτωπο με την υλική πραγματικότητα· το παρόν εγχείρημα φιλοδοξεί να αναζητήσει το ίχνος που ο έρωτας αυτός άφησε στον συγγραφέα και στοχαστή παράλληλα με άλλους παράγοντες που συμμετείχαν σε αυτή τη συντυχία.
Χρυσόψαρο
ΤΟ «ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ» (1929) είναι ένα μυθιστόρημα για τις ποικίλες εκδοχές της ομοερωτικής επιθυμίας, για τη ρευστότητα των έμφυλων ταυτοτήτων, αλλά και για τις ηδονές και τη μνήμη του σώματος. Σταθμός στην ομοερωτική λογοτεχνία, όπως δείχνουν και οι σύγχρονες εκδόσεις του σε ευρωπαϊκές γλώσσες, μιλά με τόλμη και απροσποίητα για τους αποκλεισμούς και τη σεξεργασία, για τις βαθύτατες ταξικές διακρίσεις και την πατριαρχική οπτική που διαχέει παντού την υποκρισία της.
Το μεγάλο ταλέντο του Alec Scouffi έγκειται στη ζωντάνια με την οποία περιγράφει τον κόσμο του «Χρυσόψαρου». Μας καλεί να ακολουθήσουμε τους ήρωες στα νυχτερινά κέντρα της Μονμάρτρης και της Πιγκάλ, να αισθανθούμε την ατμόσφαιρα του πρόσκαιρου πανηγυριού, ν’ ακούσουμε τον απόηχο της τζαζ, να νιώσουμε την έξαψη των σωμάτων, αλλά και να καταδυθούμε στο σκοτάδι και στη σιωπή, να τρέξουμε μαζί με τους φευγαλέους ίσκιους, να γίνουμε μάρτυρες του εσωτερικού διχασμού προσώπων έωλων και ξεριζωμένων, που δεν είναι μόνο θύτες ή μόνο θύματα, αλλά παραδέρνουν διαρκώς σε μια αμφιθυμική κρίση, κατατρύχονται από ανεκπλήρωτα πάθη, περιδινούνται στον κρατήρα των ηδονών, σε μια φρενήρη κίνηση χωρίς δυνατότητα εξόδου.
Ντόμινο
Το Ντόμινο αποτελείται από επτά εκτενή διηγήματα, τα οποία συνδέονται ως εξής: το τέλος του καθενός δίνει το λάκτισμα για την έναρξη του επόμενου. Πρόκειται για μια σύνθεση που βασίζεται στην ιδέα ότι είμαστε άρρηκτα δεμένοι μεταξύ μας αλλά και με το περιβάλλον με τρόπο τέτοιο ώστε κάθε μας πράξη να φέρει συνέπειες άλλοτε αναγκαίες και προβλέψιμες και άλλοτε τυχαίες.
Σε αυτό το παιχνίδι των αλυσιδωτών πτώσεων ένα είναι βέβαιο: όποιος παίρνει μέρος είναι ταυτόχρονα ο παίκτης και το άθυρμα. Η σκυτάλη περνά συνεχώς από το χέρι της ζωής σε αυτό του θανάτου, από αυτό της καταστροφής σε αυτό της δημιουργίας, μέχρι τελικής πτώσεως.












