Οι Αδελφές Γαργάρα καταλαμβάνουν την Αθήνα - UrbanOrama.gr
_1

Οι Αδελφές Γαργάρα καταλαμβάνουν την Αθήνα

Ανάρτηση: 02 Ιουλ 2025

Η Εύα, μητριά του Καρίμ, του κεντρικού χαρακτήρα του Βούδα των Προαστίων του Χανίφ Κιουρέισι, παρατηρεί σε μια συζήτηση με τον Καρίμ: «Το χειρότερο που μπορείς να κάνεις στον Κέρουακ είναι να τον ξαναδιαβάσεις στα 38 σου». Είτε αυτό το «χειρότερο» το διαπράττεις εναντίον του ίδιου του αναγνώσματος είτε του εαυτού σου, αυτό εμπεριέχει μια μεγάλη αλήθεια. 

Με κάποιον τρόπο, παρομοίως προς την ανωτέρω παρατήρηση, το χειρότερο που μπορείς να κάνεις στον Ξανθούλη, είναι να προσπαθήσεις να περιγράψεις ένα βιβλίο του σε κάποιον έξω από το σύμπαν του.

Ας μιλήσουμε για τις αδερφές Γαργάρα λοιπόν. «Η Άλωση των Αθηνών από τις Αδερφές Γαργάρα» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα τον Απρίλιο, ως η πιο πρόσφατη και αμιγώς μυθιστορηματική προσφορά του Ξανθούλη. Οι μυημένοι θα βρουν ό,τι ακριβώς περιμένουν και αν απομένουν αμύητοι αναγνώστες θα έχουν τη χαρά(;) να έρθουν για πρώτη φορά σε επαφή με όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του, ένα κράμα σατιρικού πνεύματος, οξυδερκούς κοινωνικού σχολιασμού με ακραίες απολήξεις, ζωντανών αφηγήσεων, ρεαλισμού και ονειρικού μεταφυσικού, χιούμορ, ενδοσκόπησης που δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της και μελαγχολικής αλήθειας. Και να, λοιπόν, πώς μιλάει κανείς για τον Ξανθούλη έξω από το σύμπαν του. Η γραφή του δεν αφήνει περιθώρια να παραμένει κανείς έξω από το σύμπαν αυτό, ρουφάει τον αναγνώστη στην παράλληλη πραγματικότητά του και παίζει μπάλα με την ησυχία της μέσα στην έδρα της, έστω στο… σύμπαν της! Όπως το δει κανείς. 

Το μυθιστόρημα μάς συστήνει τη Φιλοθέη και τη Μαγιοπούλα, τις ομώνυμες αδελφές Γαργάρα. Το ταξίδι τους ξεκινά από τη Ροδόσταμη, μια μικρή πόλη στην Ανατολική Μακεδονία, που περιγράφεται σε μεγάλο βαθμό ως άγνωστη αλλά κατοικημένη από χαρακτήρες οικείους και ξεχασμένους τάχα –θυμίζοντας γείτονες, συγγενείς, εραστές ή τυχαίες συναντήσεις. Η αφήγηση τοποθετείται κυρίως στο 1959, με την προσμονή της πάλλουσας δεκαετίας του 1960. Αυτή η συγκεκριμένη περίοδος επιτρέπει στον Ξανθούλη να εξερευνήσει τη μετάβαση από τη μεταπολεμική Ελλάδα σε μια πιο σύγχρονη, αλλά ακόμα περίπλοκη, κοινωνία. Η "αθωότητα" των αδελφών καλλιεργείται πρώτα στην οικογενειακή τους αρένα, όπου αρχίζουν να διακρίνουν μεταξύ αληθειών και ψευδαισθήσεων με ηρωική και κωμική ζωντάνια. Ο πυρήνας της πλοκής περιστρέφεται γύρω από τη φαντασιακή μετακόμιση των αδελφών στην Αθήνα. Ένα μοτίβο έντονο στον Ξανθούλη, ένα είδος πανάκειας, rosebud, όπως το Λονδίνο του Karim ή η Μόσχα της Ιρίνα στον Τσέχωφ. Η εμμονή ανήκει στη Φιλοθέη που όμως φροντίζει να εμπλέξει και να κάνει συγκοινωνό της επιθυμίας τη Μαγιουπούλα. Στόχος μια  σχεδόν ανατρεπτική κατάκτηση της πολύβουης πρωτεύουσας από αυτά τα δύο φαινομενικά απλοϊκά κορίτσια, μιας Αθήνας "έτοιμης να τις επιβραβεύσει με μυστικά τερατωδών και συνάμα ρομαντικών ρεφρέν", γιορτάζοντας κάθε οξύμωρη προσδοκία και απογοήτευση. Τα δυο κορίτσια "αφελή και απελπισμένα", ρίχνονται σε αυτό το "σπορ της Άλωσης", παραδίδοντας τον εαυτό τους στις ιδιοτροπίες ενός "εκτός τροχιάς χρόνου". Η περιγραφή του εκδότη αναφέρει ότι τα έτη 1959 και 1960 ξυπνούν μνήμες γεγονότων που η ιστορία κατέγραψε ως κομβικά, συχνά με τη βοήθεια "επιστημόνων, ιστορικών ή καφετζήδων ρητόρων που είναι πάντα ανάμεσά μας, σαν ένα αντιβιοτικό στην πλήξη". Αυτό υποδηλώνει τη συνεχή γοητεία που δείχνει να ασκεί στον Ξανθούλη η μνήμη, την υποκειμενική φύση της ιστορίας και τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν διαμορφώνει τις ατομικές ζωές. Ο ίδιος ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι οι αδελφές Γαργάρα είναι "συγγενικά πρόσωπα" προς τον ίδιο, ιδιαίτερα στην "επιδίωξη διαφυγής" τους στην Αθήνα. Πράγματι το μοτίβο της διαφυγής από τον ασφυκτικό κλοιό της επαρχίας με τελικό προορισμό την Αθήνα, επανέρχεται από τα πρώτα του βιβλία, σαν ανυπέρβλητη αλλά ασαφής τάση φυγής, από το "Καλοκαίρι που χάθηκε στον χειμώνα", σαν λατρεία του τελικού προορισμού Αθήνα, πιο ξεκάθαρα πια από τον "Χάρτινο Σεπτέμβρη". Επιπλέον, η εν προκειμένω "εμμονή" του με τα έτη 1959 και 1960 αποδίδεται σε μια "ψυχωτική αμηχανία της εφηβείας που υπέφερε –και την οποία μάλλον δεν ξεπέρασε ποτέ". Αυτή η άμεση αναγνώριση υποδηλώνει το βαθιά προσωπικό, σχεδόν ημι-αυτοβιογραφικό, επίπεδο στην αφήγηση, προσθέτοντας ένα αμφιλεγόμενο ίσως, αλλά μη αμφισβητούμενο βάθος στις εμπειρίες των χαρακτήρων.

Μέσα από τα μάτια των αδελφών Γαργάρα, η Αθήνα δεν είναι απλώς μια πόλη αλλά ένας χαρακτήρας από μόνη της, που ενσαρκώνει τόσο όνειρα όσο και απογοητεύσεις. Προσωποποιούμενη by proxy, κάποιες φορές, φτάνει πια να συνομιλεί ευθέως και προσωπικά με την πίστη της Φιλοθέης, ως το τέλος. Όλα τα επανερχόμενα μοτίβα του Ξανθοπούλειου έργου είναι παρόντα. Η σκονισμένη βόρεια επαρχιακή πόλη, το ασφυκτικό πλαίσιο της ζωής στο περιορισμένο γεωγραφικά, πνευματικά, ηθικά και… αισθησιακά περιβάλλον, ο θίασος της πόλης αποτελούμενος από ματσό εθνικόφρονες και φευ αναλφάβητους, γεροντοκόρες, μεσόκοπες βιοπαλαίστριες, προύχοντες με μυστικά κρυμμένα σε κοινή θέα, παπάδες και πανηγύρια, ευσυνείδητες ιερόδουλες, παράφωνες μπουζουκτσούδες και καταπιεσμένους εφήβους, τη μία μοδίστρα-ιέρεια και τη μία νοσοκόμα-αγγελιοφόρο. Ο πολύχρωμος θίασος, περιστοιχίζεται από το σκηνικό-οχυρό του. Την πόλη με άρωμα τριαντάφυλλο, με το διεκπεραιωτικό σχολείο, την πλατεία, το καφενείο, το μπουζουκτσίδικο, τα σπίτια με τις αυλές τους, τις μουριές (τόπος παιδικής τιμωρίας για τον Ξανθούλη), τους περιφερειακούς οίκους ανοχής, το σινεμά της διαφυγής, τους σιδηροδρόμους της φυγής. 

Σε αντίστιξη, η ονειρική Αθήνα, μια όαση αστικής τάξης, καλοβαλμένης, με φλερτ του πολυτεχνείου και καλόγουστα ζαχαροπλαστεία. Παρούσα και η αισθησιακή σχέση του Ξανθούλη με τα πράγματα, τα υφάσματα, τις γεύσεις, τα αρώματα και τα ακούσματα.

Είναι η Άλωση των Αθηνών μια ιστορία coming of age; Μα, απολύτως! Σαν μια καρτ-ποστάλ καρφιτσωμένη στο σχολικό έτος 1959-1960, σαν μια πλαστική «σκηνή» κοκαλωμένη κάτω από τον θόλο μιας χιονόμπαλας, σαν ένα χθες που έγινε αεράκι, σαν χρόνος που κύλησε σαν τίποτα.

Back to top