Ναι, ο Κάρολος Ντίκενς (Charles Dickens) είναι αναμφισβήτητα μία από τις πιο εμβληματικές φυσιογνωμίες που συνδέονται με τον σύγχρονο εορτασμό των Χριστουγέννων. Η επιρροή του ξεπερνά τη λογοτεχνία, διαμορφώνοντας τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το «πνεύμα των Χριστουγέννων» ως μια εποχή γενναιοδωρίας, συμπόνιας και οικογενειακής θαλπωρής.

Η σύνδεση του Ντίκενς με τα Χριστούγεννα
Η κυριότερη αιτία της σύνδεσης αυτής δεν μπορεί, φυσικά, πάρα να είναι μέσω του έργου του “A Christmas Carol” (Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία) του 1843, το οποίο έγινε άμεσα επιτυχία και συνέβαλε καθοριστικά στον επαναπροσδιορισμό των Χριστουγέννων στη Βικτωριανή Αγγλία. Ο Ντίκενς τοποθέτησε τη φιλανθρωπία και την καλοσύνη στον πυρήνα των Χριστουγέννων. Η μεταμόρφωση του Εμπενίζερ Σκρουτζ (Ebenezer Scrooge) έδειξε ότι τα Χριστούγεννα είναι μια εποχή για να νοιαζόμαστε για τους λιγότερο τυχερούς και όχι απλώς για να γιορτάζουμε υλικά. Η ιστορία της οικογένειας Κράτσιτ (Cratchit) έδωσε έμφαση στη σημασία των οικογενειακών σχέσεων, της ευγνωμοσύνης και της απρόσμενης χαράς μέσα στην φτώχεια, προωθώντας μια πιο «αστική» και παιδοκεντρική εκδοχή της γιορτής. Επιπλέον, παρόλο που δεν τις «εφηύρε» ο ίδιος, ο Ντίκενς διέδωσε και εδραίωσε εικόνες και έθιμα που θεωρούμε σήμερα κλασικά Χριστουγεννιάτικα, όπως το γιορτινό τραπέζι (η χήνα του Σκρουτζ), το τραγούδι (carols) και, κυρίως, τη διάθεση της καλής θέλησης.
Τα αναξιοπαθούντα παιδιά: σύμβολα αμέλειας
Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο Ντίκενς χρησιμοποίησε τα παιδιά ως ένα ισχυρό λογοτεχνικό και κοινωνικό σύμβολο που συνδέεται άμεσα με το μήνυμα των Χριστουγέννων: τα αναξιοπαθούντα παιδιά στα έργα του Ντίκενς, και ειδικά στη "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία", συμβολίζουν την αθωότητα που χάθηκε, αντιπροσωπεύουν την αθώα ψυχή που καταστρέφεται από την κοινωνική αδικία και την αδιαφορία των ενηλίκων. Η παιδική ηλικία, κατά τον Ντίκενς, πρέπει να είναι μια περίοδος ανάπτυξης και χαράς – η φτώχεια και η εργασία την κλέβουν. Καθρεφτίζουν την ευθύνη της κοινωνίας, αφού το δράμα τους λειτουργεί ως κάτοπτρο στο πρόσωπο της βικτωριανής κοινωνίας και της αναλγησίας των πλουσίων. Ο Ντίκενς, μέσω αυτών των χαρακτήρων, επέκρινε το σύστημα των πτωχοκομείων (workhouses) και την απουσία εκπαίδευσης, μιλώντας για το μέλλον σε κίνδυνο: τα παιδιά που ζουν στην άγνοια και τη έλλειψη – όπως αυτά που δείχνει το Πνεύμα των Χριστουγέννων του Παρόντος στον Σκρουτζ – είναι μια προειδοποίηση για το μέλλον της ανθρωπότητας. Εάν η κοινωνία αμελήσει τα παιδιά, αυτά θα μεγαλώσουν και θα καταστρέψουν το κοινωνικό οικοδόμημα.
Ο Ντίκενς συνέδεσε την εικόνα των αναξιοπαθούντων παιδιών με τα Χριστούγεννα για να ενισχύσει το μήνυμά του:
Ο Μικρός Τιμ (Tiny Tim), σύμβολο ευπάθειας και ελπίδας είναι το πιο διάσημο παράδειγμα. Ο Μικρός Τιμ δεν είναι άρρωστος λόγω κακής συμπεριφοράς ή απερισκεψίας αλλά λόγω της φτώχειας που δεν επιτρέπει στην οικογένειά του να αντέξει οικονομικά την ιατρική του περίθαλψη. Συμβολίζει την ευθραυστότητα της παιδικής ζωής και την άμεση συνέπεια της απληστίας (του Σκρουτζ) στην τύχη των αθώων. Η σωτηρία του από τον μετανοημένο Σκρουτζ συμβολίζει την εξαγορά της συνείδησης και τη δύναμη της αγάπης που μπορεί να σώσει ζωές. Η φράση του, "God bless us, every one!" (Ο Θεός να μας ευλογεί όλους!), είναι η πεμπτουσία του πνεύματος των Χριστουγέννων: αγάπη, συγχώρεση και καλή θέληση.
Η άγνοια και η έλλειψη, δύο παιδιά-αλληγορικές μορφές, σύμβολα κινδύνου, που δείχνει το Πνεύμα των Χριστουγέννων του Παρόντος στον Σκρουτζ, είναι άσχημα και άγρια, γιατί έχουν παραμορφωθεί από την αμέλεια. Η άγνοια συμβολίζει την έλλειψη παιδείας που οδηγεί σε λάθη, και η έλλειψη τη φτώχεια. Το μήνυμα είναι σαφές: τα Χριστούγεννα, η καλοσύνη δεν πρέπει να είναι μόνο συναισθηματική αλλά πρακτική. Η αδιαφορία για αυτά τα παιδιά θα οδηγήσει στα τέρατα του μέλλοντος.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Ντίκενς ενσωμάτωσε τα παιδιά-θύματα της φτώχειας στην εορταστική παράδοση, καθιστώντας τα Χριστούγεννα μια εποχή κοινωνικής συνείδησης και πράξεων φιλανθρωπίας.
Είναι όμως μόνο η Χριστουγεννιάτικη ιστορία που εκλαμβάνεται στο κάτω κάτω με την ξεκάθαρη, εκπεφρασμένη πρόθεσή της, ως τέτοια; Όχι ακριβώς.
Άλλα δύο έργα του έχουν καταχωρηθεί στο συλλογικό υποσυνείδητο ως σχετικά με τα Χριστούγεννα, χωρίς να μιλούν για αυτά ή να εκτυλίσσονται μέσα σε αυτά.
Ο Όλιβερ Τουίστ (Oliver Twist, 1838) είναι ένα από τα πιο σκοτεινά και συγκλονιστικά έργα του Ντίκενς και ένα κεντρικό παράδειγμα του πώς χρησιμοποίησε τα αναξιοπαθούντα παιδιά για να καταγγείλει την κοινωνία της εποχής του.

1. Το πτωχοκομείο (The Workhouse) και η άθλια αρχή
Η ιστορία ξεκινά με τον Όλιβερ, ένα ορφανό, να γεννιέται και να μεγαλώνει στο Πτωχοκομείο. Αυτά τα ιδρύματα ήταν η επίσημη απάντηση της βικτωριανής κυβέρνησης στη φτώχεια, αλλά στην πραγματικότητα ήταν χώροι ταπείνωσης, εκμετάλλευσης και σιωπηρής βίας. Ο Ντίκενς καυτηριάζει τον Νέο Νόμο περί Φτωχών του 1834 (Poor Law Amendment Act), ο οποίος βασιζόταν στην ιδέα ότι η ζωή στο πτωχοκομείο έπρεπε να είναι τόσο άθλια, ώστε οι φτωχοί να προτιμούν να πεθάνουν παρά να μπουν εκεί. Το σύμβολο του παιδιού εδώ έχει σαν όχημα την αθωότητα του Όλιβερ, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη διεφθαρμένη και αδιάφορη διοίκηση του πτωχοκομείου, τονίζοντας το μέγεθος της κοινωνικής σκληρότητας.
2. "Please, sir, I want some more" - Το αίτημα
Η πιο εμβληματική σκηνή του βιβλίου είναι όταν ο μικρός Όλιβερ, οδηγούμενος από την απελπιστική πείνα, ζητάει μια επιπλέον μερίδα χυλού. Αυτό το απλό, απεγνωσμένο αίτημα αποτελεί τη μέγιστη πρόκληση στην αλαζονεία και τη γραφειοκρατία του συστήματος. Ο Όλιβερ δεν ζητάει πλούτη αλλά απλώς επιβίωση. Η σοκαρισμένη, εξοργισμένη αντίδραση των επιστατών δείχνει πώς η κοινωνία αντιμετώπιζε τους φτωχούς: απρόθυμα, εχθρικά και ως ανίκανους να αξιώσουν ακόμη και τα βασικά.
3. Το σχέδιο Φάγκιν (Fagin) και η διεφθαρμένη πόλη
Ο Όλιβερ, μετά την έξοδό του από το πτωχοκομείο, πέφτει θύμα του Φάγκιν, ενός εγκληματία που εκμεταλλεύεται παιδιά, μετατρέποντάς τα σε πορτοφολάδες. Ο Φάγκιν και η συμμορία του (όπως ο Artful Dodger) αποτελούν τη σκοτεινή εκδοχή της «οικογένειας». Δείχνουν ότι όταν η επίσημη κοινωνία αποτυγχάνει να προσφέρει φροντίδα και εκπαίδευση, το κενό αυτό καλύπτεται από το έγκλημα και την εκμετάλλευση. Παρά το βρώμικο περιβάλλον του, ο Όλιβερ διατηρεί την έμφυτη καλοσύνη και ακεραιότητά του. Αυτή η διατήρηση της αθωότητας λειτουργεί ως υπενθύμιση προς τον αναγνώστη ότι η φτώχεια δεν σημαίνει απαραίτητα ηθική κατάπτωση – η κοινωνία είναι αυτή που είναι διεφθαρμένη, όχι το παιδί.
Η σύνδεση με τα Χριστούγεννα και τη φιλανθρωπία
Παρόλο που ο Όλιβερ Τουίστ δεν είναι μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία, το ηθικό του μήνυμα έθεσε τις βάσεις για την αλλαγή στάσης που αργότερα ο Ντίκενς πρότεινε στη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία: στον Όλιβερ Τουίστ, ο Ντίκενς καταγγέλλει τη σκληρότητα του συστήματος. Στη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, προσφέρει τον δρόμο της λύτρωσης (μέσω του Σκρουτζ), δείχνοντας ότι η ατομική αλλαγή μπορεί να διορθώσει τη συλλογική αδικία.
Ο Όλιβερ και ο Μικρός Τιμ (Tiny Tim) είναι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος: αναξιοπαθούντα παιδιά. Ενώ ο Όλιβερ δείχνει τον τρόμο της αδιαφορίας, ο Τιμ προσφέρει την ευκαιρία της εξιλέωσης. Η ιστορία του Όλιβερ τελειώνει με την αποκατάστασή του σε μια στοργική οικογένεια (τους Μπράουνλοου), υπογραμμίζοντας ότι η πραγματική αγάπη και η δομή της οικογένειας είναι το μόνο αντίδοτο στη φτώχεια και το έγκλημα. Αυτή η έμφαση στην οικογενειακή θαλπωρή είναι κεντρική και στο Χριστουγεννιάτικο όραμα του Ντίκενς.
Στην ουσία, ο Ντίκενς χρησιμοποίησε το παιδικό δράμα για να εξανθρωπίσει τη φτώχεια και να προκαλέσει τους αναγνώστες του να δουν ότι η ατομική ευθύνη και η φιλανθρωπία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά καθήκον, ειδικά την εποχή των Χριστουγέννων.
Ο David Copperfield: η αυτοβιογραφική πλευρά της παιδικής εκμετάλλευσης

Το μυθιστόρημα David Copperfield (1850) θεωρείται το πιο αυτοβιογραφικό έργο του Καρόλου Ντίκενς. Ενώ ο Όλιβερ Τουίστ επικεντρώνεται στην κοινωνική καταγγελία, ο Copperfield προσφέρει μια βαθιά προσωπική ματιά στην ευθραυστότητα της παιδικής ηλικίας και τις τραυματικές εμπειρίες που διαμορφώνουν τον ενήλικα.
Η παιδική ευαλωτότητα και ο τραυματισμός
Το έργο καταγράφει τη ζωή του Ντέιβιντ από τη γέννησή του μέχρι την ωριμότητα, δίνοντας έμφαση στις περιόδους κατά τις οποίες η αθωότητα και η ευτυχία του διακόπτονται βάναυσα. Η άφιξη του κυρίου Μέρντστοουν (Mr. Murdstone) και της αδελφής του στο σπίτι του Ντέιβιντ συμβολίζει την καταστροφή του ασφαλούς παιδικού κόσμου. Οι Μέρντστοουν εκπροσωπούν τη σκληρή, ψυχρή πειθαρχία της βικτωριανής εποχής που αντιμετώπιζε τα παιδιά ως μικρούς ενήλικες που έπρεπε να «σπάσουν» και να υποταχθούν. Η εργασία στο εργοστάσιο είναι το κεντρικό, τραυματικό περιστατικό που συνδέει τον Ντέιβιντ με την παιδική εκμετάλλευση, αντλώντας έμπνευση από την προσωπική εμπειρία του 12χρονου Ντίκενς. Όταν ο Ντέιβιντ στέλνεται να εργαστεί σε ένα εργοστάσιο εμφιάλωσης μαύρης κρέμας υποδημάτων μετά τον θάνατο της μητέρας του, βιώνει μοναξιά, ταπείνωση και εξάντληση. Ο Ντίκενς δείχνει πώς η αξιοπρέπεια του παιδιού αφαιρείται, όταν αναγκάζεται να κάνει βαρετή, ακατάλληλη εργασία για επιβίωση. Ο Ντέιβιντ αισθάνεται υποβιβασμένος και ξεχασμένος, μια μοίρα που μοιράζονταν χιλιάδες παιδιά.
Στον David Copperfield, τα αναξιοπαθούντα παιδιά και οι εκμεταλλευτές τους συμβολοποιούν συγκεκριμένες κοινωνικές δυσλειτουργίες:
Ο Μέρντστοουν (Mr. Murdstone) συμβολίζει την αυταρχική και ανελέητη εξουσία που ασκείται στα παιδιά. Η «πειθαρχία» του είναι απλώς ένας μανδύας για τη συναισθηματική κακοποίηση.
Η μικρή Έμιλυ (Little Em'ly) αντιπροσωπεύει την ευάλωτη γυναίκα που προέρχεται από τα χαμηλά στρώματα και πέφτει θύμα της ανδρικής απληστίας και της κοινωνικής καταδίκης (μετά τη φυγή της με τον Στιρφορθ). Η ιστορία της είναι μια κριτική στην υποκρισία και την ανισότητα των φύλων στη βικτωριανή κοινωνία. Με όχημα τον Ντέιβιντ, ο Ντίκενς δικαίωσε το τραυματισμένο παιδί μέσα του. Η επιτυχία του Ντέιβιντ ως συγγραφέα στο τέλος του έργου συμβολίζει τη δύναμη της αφήγησης να ξεπεράσει το κοινωνικό τραύμα.
Σύνδεση με το πνεύμα των Χριστουγέννων
Αν και ο David Copperfield επίσης δεν έχει άμεση σχέση με τα Χριστούγεννα, το κεντρικό του θέμα ενισχύει το μήνυμα που ο Ντίκενς αργότερα εδραίωσε με τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία: η ανάγκη για συμπόνια αναδεικνύεται από τα μακροχρόνια τραύματα που αφήνει η παιδική κακοποίηση. Αυτό ενισχύει την επιτακτική ανάγκη για ανθρώπινη ζεστασιά και κατανόηση – ιδιότητες που ο Ντίκενς προέβαλε ως το κέντρο της Χριστουγεννιάτικης γιορτής. Η δύναμη της αγάπης που φέρουν θετικοί χαρακτήρες του έργου (όπως η θεία Μπέτσι Τρότγουντ και ο κύριος Πέγκοτι) είναι αυτοί που τελικά σώζουν τον Ντέιβιντ. Η πράξη της υιοθεσίας και της φροντίδας από την θεία Μπέτσι είναι μια πράξη φιλανθρωπίας που αντικατοπτρίζει το πνεύμα της γενναιοδωρίας που πρέπει να επικρατεί, ειδικά τα Χριστούγεννα.
Ο David Copperfield, δίνοντας φωνή στα τραύματα και τις ελπίδες των αναξιοπαθούντων παιδιών, ενίσχυσε τη δημόσια συνείδηση ότι τα παιδιά είναι ανθρώπινα όντα που χρειάζονται προστασία και όχι απλώς φθηνή εργατική δύναμη, προετοιμάζοντας το έδαφος για τα ηθικά αιτήματα της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας.
Η επίδραση του Ντίκενς στις νομοθετικές αλλαγές
Η επίδραση του Καρόλου Ντίκενς στην κοινωνία ήταν τεράστια, καθώς υπερέβη το ρόλο του συγγραφέα, λαμβάνοντας αυτόν του κοινωνικού μεταρρυθμιστή που χρησιμοποίησε τη λογοτεχνία ως όπλο. Αν και σπάνια αναφέρεται σε άμεση νομοθετική αλλαγή, η επίδρασή του ήταν έμμεση μεν, αλλά καθοριστική στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και, ως εκ τούτου, στην ώθηση των μεταρρυθμίσεων.
1. Αλλαγή κοινής γνώμης και συνείδησης
Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντίκενς ήταν ότι έφερε τη φτώχεια στη συνείδηση της μεσαίας και ανώτερης τάξης. Πριν από τον Ντίκενς, οι φτωχοί συχνά αντιμετωπίζονταν ως ηθικά διεφθαρμένοι ή τεμπέληδες. Χαρακτήρες όπως ο Όλιβερ Τουίστ και ο Μικρός Τιμ ανάγκασαν τους αναγνώστες να δουν τους φτωχούς ως θύματα κοινωνικών συνθηκών, όχι ως υπεύθυνους για την κακή τους μοίρα. Η συναισθηματική φόρτιση των έργων του, ιδιαίτερα η βία και η αδικία που υφίστανται τα παιδιά, δημιούργησε ένα κύμα συμπάθειας και δημόσιας κατακραυγής κατά των αδικιών. Αυτή η πίεση ήταν απαραίτητη για να κινητοποιηθούν οι πολιτικοί.
Τα μυθιστορήματα του Ντίκενς στόχευσαν συγκεκριμένους θεσμούς, γεγονός που οδήγησε σε σταδιακές αλλαγές:
Πτωχοκομεία: Η βάναυση απεικόνιση των πτωχοκομείων και του Νόμου περί Φτωχών (Poor Law) έκανε τον θεσμό κοινωνικά απαράδεκτο. Αν και ο Νόμος δεν καταργήθηκε αμέσως, η εφαρμογή του έγινε πιο ήπια και υπήρξε αυξανόμενη πίεση για την παροχή καλύτερης φροντίδας και συνθηκών, οδηγώντας τελικά στη σταδιακή τους κατάργηση.
Παιδική εργασία: Ο David Copperfield (1850) και η προσωπική εμπειρία του Ντίκενς ενίσχυσαν το κίνημα για εργατική νομοθεσία. Οι Νόμοι για τα Εργοστάσια (Factory Acts) και οι Νόμοι για τα Ορυχεία (Mines Acts) που ψηφίστηκαν στη Βικτωριανή εποχή μείωσαν τις ώρες εργασίας και έθεσαν όρια στην ηλικία των παιδιών που μπορούσαν να εργαστούν. Ο Ντίκενς έδωσε πρόσωπο στα στατιστικά στοιχεία.
Εκπαίδευση: Ο Nicholas Nickleby (1839) και η απεικόνιση των σχολείων του Yorkshire (όπως το Dotheboys Hall) προκάλεσαν άμεσα δημόσια κατακραυγή κατά των ιδιωτικών, κακοδιαχειριζόμενων και βίαιων σχολείων. Αυτό συνέβαλε στην ώθηση για την ανάπτυξη της δημόσιας, συστηματικής εκπαίδευσης και εν τέλει στον Νόμο περί Παιδείας του 1870 (Elementary Education Act), που έθεσε τις βάσεις για την υποχρεωτική εκπαίδευση στη Βρετανία.
3. Η κληρονομιά των Χριστουγέννων
Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία (A Christmas Carol) είχε την πιο άμεση, ηθική επίδραση. Μετά τη δημοσίευσή της, παρατηρήθηκε μια σημαντική αύξηση στις δωρεές σε φιλανθρωπικά ιδρύματα κατά την περίοδο των Χριστουγέννων. Ο Ντίκενς έκανε τη γενναιοδωρία και την ανθρωπιά αναπόσπαστο κοινωνικό καθήκον της εποχής. Ουσιαστικά, ο Ντίκενς έδωσε το ηθικό υπόβαθρο για όλες τις μεταρρυθμίσεις. Έπεισε τους ανθρώπους ότι η ευθύνη για τη φτώχεια και την εκμετάλλευση δεν ανήκει μόνο στην κυβέρνηση, αλλά σε κάθε άτομο που πρέπει να ασκήσει συμπόνια (όπως έκανε ο μετανοημένος Σκρουτζ) για να βελτιωθεί η κοινωνία.
Συνολικά, ο Ντίκενς δεν έγραφε νόμους, αλλά ετοίμαζε τις καρδιές και τις συνειδήσεις των πολιτών και των πολιτικών για να τους δεχτούν.
Ο τρόπος με τον οποίο ο Ντίκενς περιέγραψε την δυστυχισμένη παιδική ηλικία, και που μοιραία ταυτίστηκε με το έργο του, έχει να κάνει με τη δική του παιδική ηλικία; Το δίχως άλλο. Εξάλλου είναι γνωστό πως το David Copperfield είναι σχεδόν εντελώς αυτοβιογραφικό. Τα παιδικά του χρόνια ήταν ο καθοριστικός πυρήνας που διαμόρφωσε την κοινωνική του συνείδηση και κατ' επέκταση το έργο του με πολλούς από τους επανερχόμενους θεματικούς του άξονες να προέρχονται από εκείνη την περίοδο της ζωής του: η σκιά της φτώχειας, το τραύμα της φυλακής, η παιδική εργασία. Θα είχε λοιπόν ενδιαφέρον να ρίξουμε μια ματιά στη ζωή του, στα γεγονότα που τον καθόρισαν και τα πρόσωπα που στάθηκαν η έμπνευση για κάποιους από τους ήρωές του.
ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ
Ο Κάρολος Ντίκενς, του οποίου το πλήρες όνομα ήταν Τσαρλς Τζον Χάφφαμ Ντίκενς, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1812, στην οδό Μάιλ Έντ 1 (σήμερα Κομμέρσιαλ Ρόουντ 393), στο Λάντπορτ, τμήμα της νήσου Πόρτσι (Πόρτσμουθ). Ήταν το δεύτερο από τα οκτώ παιδιά του Τζον Ντίκενς (1785-1851) και της συζύγου του Ελίζαμπεθ Ντίκενς (το γένος Μπάρροου, 1789-1863). Ο πατέρας του εργαζόταν ως υπάλληλος στο Ταμείο Ναύτου και είχε μετατεθεί προσωρινά στην περιοχή. Ο νονός του ήταν ο Κρίστοφερ Χάφφαμ, ένας ευκατάστατος κύριος και προμηθευτής του Βασιλικού Ναυτικού, επικεφαλής μιας εδραιωμένης επιχείρησης. Υπάρχει η εκτίμηση ότι ο Χάφφαμ ενέπνευσε τον χαρακτήρα του Πωλ Ντόμπυ, ιδιοκτήτη ναυτιλιακής εταιρείας στο μυθιστόρημα του Ντίκενς Ντόμπυ και Υιός του 1848.

Το πατρικό του Κάρολου Ντίκενς στο Πόρτσμουθ
Τον Ιανουάριο του 1815, ο Τζον Ντίκενς κλήθηκε να επιστρέψει στο Λονδίνο, με αποτέλεσμα η οικογένεια να μετακομίσει στην οδό Νόρφοκ, στην περιοχή Φιτσρόβια. Όταν ο Κάρολος έφτασε τα τέσσερα έτη, άλλαξαν κατοικία ξανά, πηγαίνοντας στο Σήρνες και εν συνεχεία στο Τσάταμ του Κεντ, όπου παρέμειναν έως ότου εκείνος κλείσει τα 11.

Το πατρικό του Κάρολου Ντίκενς στο Τσάταμ
Αν και ο ίδιος περιέγραφε τον εαυτό του ως «ένα πολύ μικρό και όχι ιδιαίτερα καλομαθημένο παιδάκι», τα πρώτα αυτά παιδικά χρόνια μοιάζουν να ήταν ειδυλλιακά. Ο Κάρολος, όπως και τα άλλα παιδιά της εποχής του, περνούσε πολύ χρόνο παίζοντας σε εξωτερικούς χώρους, ωστόσο ταυτόχρονα ήταν αφοσιωμένος αναγνώστης. Είχε ιδιαίτερη αγάπη στα πικαρέσκα μυθιστορήματα, όπως αυτά που έγραψαν ο Τομπάιας Σμόλετ και ο Χένρυ Φήλντινγκ, καθώς και στον Ροβινσώνα Κρούσο και τον Ζυλ Μπλας. Διάβαζε επανειλημμένα το Χίλιες και μία νύχτες και τη συλλογή επτά τόμων με φάρσες και μεταγενέστερα θεατρικά έργα της Ελίζαμπεθ Ίντσμπολντ. Η αξιοσημείωτη μνήμη του του επέτρεψε να διατηρήσει ζωντανές αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, καθώς και από διάφορους χαρακτήρες και γεγονότα, στοιχεία που αξιοποίησε αργότερα στο λογοτεχνικό του έργο.
Η σύντομη θητεία του πατέρα του ως υπαλλήλου στο Ταμείο Ναύτου πρόσφερε στην οικογένεια την οικονομική δυνατότητα για μερικά χρόνια ιδιωτικής εκπαίδευσης. Αρχικά, ο Κάρολος διδάχθηκε από δασκάλα και αργότερα στο Τσάταμ φοίτησε υπό τον Ουίλλιαμ Τζάιλς, έναν σχισματικό δάσκαλο. Αυτή η ειδυλλιακή περίοδος τελείωσε απότομα τον Ιούνιο του 1822, όταν ο Τζον Ντίκενς ανακλήθηκε στα κεντρικά γραφεία του Ταμείου Ναύτου στο Μέγαρο Σόμερσετ. Ως αποτέλεσμα, ολόκληρη η οικογένεια, εκτός από τον Κάρολο που παρέμεινε πίσω για να ολοκληρώσει τις εξετάσεις του, μετακόμισε στο Κάμντεν του Λονδίνου.
Η αναχώρηση από το Κεντ έγινε εν μέσω ραγδαίας συσσώρευσης χρεών. Καθώς ο Τζον αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, ένας αρτοποιός-δανειστής τον καταδίκασε για ένα χρέος 40 λιρών και τον φυλάκισε στη φυλακή οφειλετών Μάρσαλση, στο Σάουθαρκ του Λονδίνου, το 1824. Η σύζυγός του και τα μικρότερα αδέλφια του Καρόλου ακολούθησαν τον πατέρα τους στη φυλακή —μια συνήθης πρακτική για τους φτωχούς οφειλέτες, καθώς έτσι τους εξασφαλιζόταν στέγη και τροφή.

Σχέδιο από τον Φρεντ Μπέρναρντ του Ντίκενς να δουλεύει στην αποθήκη βερνικιών
Ο δωδεκάχρονος πλέον Κάρολος διέμενε με την Ελίζαμπεθ Ρόυλανς, μια φίλη της οικογένειας, στην οδό Κόλλετζ Πλέις 112, στο Κάμντεν. Η Ρόυλανς, μια «φτωχή γριά, γνωστή στην οικογένειά μας», απαθανατίστηκε από τον Ντίκενς με ελαφρές αλλαγές και ωραιοποιήσεις ως η «κα. Πίπτσιν» στο μυθιστόρημα Ντόμπυ και Υιός. Αργότερα, έμεινε στη σοφίτα του σπιτιού ενός δικαστικού κλητήρα, του Άρτσιμπαλντ Ράσσελ, ο οποίος ήταν «παχουλός, καλοκάγαθος και ευγενικός γερο-τζέντλεμαν» με σύζυγο «μια ήσυχη γριούλα» και τον χωλό γιο τους, στην οδό Λαντ στο Σάουθαρκ. Αυτοί οι χαρακτήρες αποτέλεσαν την έμπνευση για τους Γκάρλαντ στο έργο του Το Παλαιοπωλείο (The Old Curiosity Shop).
Τις Κυριακές, επισκεπτόταν τη φυλακή Μάρσαλση για να δει τον πατέρα του, συνοδευόμενος από την αδερφή του, Φράνσες, όταν εκείνη δεν είχε μαθήματα στη Βασιλική Μουσική Ακαδημία. Αργότερα, ο Ντίκενς χρησιμοποίησε αυτή τη φυλακή ως το βασικό σκηνικό του μυθιστορήματός του Η Μικρή Ντόριτ.
Σε ηλικία δεκαπέντε ετών ο Ντίκενς αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο προκειμένου να καλύψει τα έξοδα διαμονής του, να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του και να βοηθήσει στην αποπληρωμή των χρεών του πατέρα του. Άρχισε να εργάζεται σε δεκάωρες βάρδιες στην αποθήκη βερνικιών παπουτσιών του Ουώρρεν, στα Χάνγκερφορντ Σταιρς, κοντά στον σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό του Τσάρινγκ Κρος. Η αμοιβή του ήταν μόλις 6 σελίνια την εβδομάδα, για να κολλάει ετικέτες σε βαζάκια με βερνίκι. Οι εξαντλητικές και συχνά απάνθρωπες συνθήκες εργασίας χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη του Ντίκενς και επηρέασαν τόσο το λογοτεχνικό του έργο όσο και τα δοκίμιά του. Αυτή η εμπειρία αποτέλεσε τη βάση του ενδιαφέροντός του για τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τις εργασιακές συμβάσεις, την αυστηρότητα των οποίων υφίσταντο άδικα οι φτωχοί. Αργότερα, έγραψε χαρακτηριστικά: «...πόσο εύκολα θα μπορούσα να είχα παρασυρθεί σε τόσο νεαρή ηλικία».

Το προαύλιο της φυλακής Marshalsea το 1897
Αυτές τις εμπειρίες διηγούνταν συχνά στον βιογράφο του Τζον Φόρστερ (από το Η ζωή του Καρόλου Ντίκενς):
«Η αποθήκη βερνικιών βρισκόταν στο τελευταίο κτίριο της αριστερής πλευράς του δρόμου, στην παλιά συνοικία των Χάνγκερφορντ Σταιρς. Ήταν ένα χαοτικό, ετοιμόρροπο παλιό οίκημα, που ρύπαινε τον ποταμό με τα απόβλητά του και είχε κυριολεκτικά κατακλυστεί από τους αρουραίους. Τα δωμάτια με τις ξύλινες επενδύσεις, τα σάπια πατώματα, η ετοιμόρροπη σκάλα και οι γκρίζοι γερο-αρουραίοι που εφορμούσαν στα κελάρια, τα σκουξίματα και γρατσουνίσματά τους να ηχούν από τις σκάλες όλη την ώρα, όπως και η βρωμιά και η αποσύνθεση του μέρους, είναι ξεκάθαρα ακόμη μπροστά μου, σα να βρισκόμουν και πάλι εκεί. Το λογιστήριο βρισκόταν στον πρώτο όροφο, έχοντας μια εποπτική άποψη του ποταμού και των φορτηγίδων κάρβουνου. Εκεί υπήρχε μια εσοχή, όπου ήταν το πόστο εργασίας μου. Αντικείμενο εργασίας μου ήταν να καλύπτω τα δοχεία με το βερνίκι: πρώτα, με ένα φύλλο λαδόχαρτου και μετά με ένα κομμάτι μπλε χαρτί. Μετά τα έδενα με σπάγγο και στο τέλος έκοβα κοντά και ταιριαστά το χαρτί, γύρω από το στόμιο, έτσι που έμοιαζε με δοχείο αλοιφής, που έβρισκε κανείς σε φαρμακείο. Όταν ολοκλήρωνα ένα συγκεκριμένο αριθμό πακεταρισμένων δοχείων, κολλούσα στο καθένα μια τυπωμένη ετικέτα και ξανάρχιζα από την αρχή. Δύο ή τρία άλλα αγόρια είχαν ανάλογα καθήκοντα στο ισόγειο με παρόμοιο μισθό. Ένα από αυτά, φορώντας μια κουρελιασμένη ποδιά και ένα χάρτινο καπέλο, ήρθε το πρωί της πρώτης μου Δευτέρας στην αποθήκη και μου έδειξε το κόλπο, με το οποίο έσφιγγε τον σπάγγο και έδενε τον κόμπο. Ονομαζόταν Μπομπ Φέιγκιν και πολύ αργότερα, λογοτεχνική αδεία, δανείστηκα το όνομά του στο μυθιστόρημα Όλιβερ Τουίστ.»
Όταν η αποθήκη μεταφέρθηκε στην οδό Τσάντος, στην πολυσύχναστη περιοχή του Κόβεντ Γκάρντεν, τα αγόρια εργάζονταν σε ένα δωμάτιο του οποίου το παράθυρο ήταν ορατό από τον δρόμο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συγκεντρώνεται ένα μικρό κοινό περαστικών που τους παρακολουθούσε να δουλεύουν. Σύμφωνα με την εκτίμηση του βιογράφου του Ντίκενς, Σάιμον Κάλλοου, η εργασία τους σε κοινή θέα ήταν «μια ακόμη εξέλιξη που επέτεινε τη μιζέρια του».
Ο θάνατος της Ελίζαμπεθ Ντίκενς, η οποία ήταν η πατρική γιαγιά του Τζον Ντίκενς, είχε ως αποτέλεσμα μια απροσδόκητη κληρονομιά 450 λιρών για τον φυλακισμένο πατέρα του Καρόλου. Εν αναμονή της εκταμίευσης αυτού του ποσού, ο Τζον Ντίκενς αφέθηκε ελεύθερος λίγους μήνες μετά την αρχική του φυλάκιση. Βάσει του τότε ισχύοντος Δικαίου των Αρρύθμιστων Οφειλετών, ο Τζον συμφώνησε να εξοφλήσει τα χρέη του προς τους πιστωτές του. Έτσι, η οικογένειά του εγκατέλειψε τη φυλακή Μάρσαλση και αναζήτησε κατάλυμα στο σπίτι της κυρίας Ρόυλανς.
Η μητέρα του Καρόλου, Ελίζαμπεθ Ντίκενς, δεν υποστήριξε την άμεση απομάκρυνση του γιου της από την αποθήκη βερνικιών. Αυτή η στάση επηρέασε βαθύτατα τον Κάρολο και τον οδήγησε να πιστέψει ότι οι αποφάσεις εντός της οικογένειας πρέπει να λαμβάνονται από τον πατέρα και ότι η μητέρα πρέπει να περιορίζεται στα οικιακά της καθήκοντα: «Ποτέ μετά δεν ξέχασα, δεν θα ξεχάσω, δεν μπορώ να ξεχάσω, ότι η μητέρα μου ήταν θετική στο ενδεχόμενο επιστροφής μου στη βιοτεχνία βερνικιών». Η αδυναμία της μητέρας του να ικανοποιήσει την επιθυμία του να εγκαταλείψει το εργοστάσιο ήταν καταλυτική αιτία για την πικρία που ένιωσε αργότερα απέναντι στις γυναίκες.
Η δικαιολογημένη αγανάκτηση που ένιωθε, η οποία πήγαζε τόσο από τη δική του προσωπική κατάσταση όσο και από τις συνθήκες διαβίωσης της εργατικής τάξης, αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά θέματα της λογοτεχνικής του παραγωγής. Αυτήν τη δυστυχισμένη περίοδο της νιότης του την υπενθυμίζει στο αγαπημένο και πιο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα, τον Ντέηβιντ Κόππερφιλντ, όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Δεν είχα καμία συμβουλή, καμία δεύτερη γνώμη, καμία ενθάρρυνση, καμία παρηγοριά, καμία βοήθεια, καμία υποστήριξη, κανενός είδους, από κανέναν, όσο μπορώ να θυμηθώ, όσο και ελπίζω να πάω στον Παράδεισο!»
Αφού ο Κάρολος Ντίκενς γλίτωσε από τη δουλειά που απεχθανόταν, στάλθηκε στην Ακαδημία του Οικοτροφείου Ουέλινγκτον, στην περιοχή του Κάμντεν. Παρέμεινε εκεί για δύο χρόνια, έως τον Μάρτιο του 1827. Δεν θεωρούσε ότι ήταν ένα καλό σχολείο. Ο βιογράφος του, Σάιμον Κάλοου, επισημαίνει ότι «Πολλή από τη χαοτική, ανοργάνωτη διδασκαλία και την έλλειψη πειθαρχίας που τονίζονταν περαιτέρω από τη σαδιστική βιαιότητα του διευθυντή, τους ελεεινούς κλητήρες και τη γενική ατμόσφαιρα αποσάθρωσης, ενσωματώνονται στο έργο Ντέηβιντ Κόππερφιλντ, στην επιχείρηση του κυρίου Κρικλ».
Ο Ντίκενς εργάστηκε στο νομικό γραφείο των Έλις και Μπλακμορ, δικηγόρων με έδρα επί της διασταύρωσης των οδών Χόλμπορν και Γκρέυ'ς Ινν, ως βοηθός κλητήρα από τον Μάιο του 1827 έως τον Νοέμβριο του 1828. Διέθετε ταλέντο στη μίμηση και μπορούσε να υποδυθεί διάφορα πρόσωπα από το περιβάλλον του: πελάτες, δικηγόρους και κλητήρες. Ήταν φανατικός θεατρόφιλος, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι παρακολουθούσε θεατρικές παραστάσεις καθημερινά για τουλάχιστον τρία χρόνια. Ο αγαπημένος του ηθοποιός ήταν ο Τσαρλς Μάθιους, του οποίου ο Ντίκενς είχε αποστηθίσει τους πολυμονολόγους (φάρσες στις οποίες ο Μάθιους ενσάρκωνε όλους τους χαρακτήρες).
Στη συνέχεια, εκμεταλλευόμενος τον ελεύθερο χρόνο του για να μάθει στενογραφία με το σύστημα Γκέρνεϋ, εγκατέλειψε τη θέση του κλητήρα για να ακολουθήσει τη δημοσιογραφία. Ένας μακρινός συγγενής, ο Τόμας Κάρλτον, ήταν ανεξάρτητος ανταποκριτής σε υποθέσεις αστικού δικαίου και έτσι ο Ντίκενς κατάφερε να εξασφαλίσει θέση στο ακροατήριο, εργαζόμενος ως δικαστικός ρεπόρτερ για περίπου τέσσερα χρόνια. Αυτή η προϋπηρεσία είναι εμφανής στα έργα του, Νίκολας Νίκλμπι, Ντόμπυ & Υιός και ιδιαίτερα στον Ζοφερό Οίκο. Η ζωντανή αναπαράσταση των μηχανορραφιών και της γραφειοκρατίας του νομικού συστήματος φώτισε το κοινό και λειτούργησε ως όχημα διάδοσης των αντιλήψεων του Ντίκενς σχετικά με το βαρύ φορτίο που επωμίζονταν οι άποροι, οι οποίοι αναγκάζονταν λόγω των συνθηκών να καταφύγουν στη Δικαιοσύνη. Κανένας άλλος ανταποκριτής στο Λονδίνο δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Κάρολο Ντίκενς στην ακρίβεια και την ταχύτητα των ειδήσεων.
Ο Ντίκενς γνώρισε τη Μαρία Μπίντνελ, την πρώτη του αγάπη, το 1830. Η Μαρία θεωρείται ότι αποτέλεσε το πρότυπο για τη δημιουργία του χαρακτήρα της Ντόρα στο μυθιστόρημα Ντέηβιντ Κόππερφιλντ. Ωστόσο, οι γονείς της Μαρίας δεν ενέκριναν τη σχέση τους και την τερμάτισαν στέλνοντάς την σε σχολείο στο Παρίσι.
Δημοσιογραφία και πρώτα μυθιστορήματα
Το 1832, σε ηλικία 20 ετών, ο Ντίκενς ήταν δραστήριος και η αυτοπεποίθησή του αυξανόταν σταθερά. Απολάμβανε τις μιμήσεις και την ψυχαγωγία που ήταν δημοφιλείς εκείνη την εποχή. Αν και δεν είχε ξεκάθαρη ιδέα για το τι ακριβώς ήθελε να γίνει, γνώριζε ότι επιθυμούσε τη φήμη.
Με το θέατρο να τον ελκύει έντονα—έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της λέσχης Γκάρικ—κατάφερε να κλείσει μια ακρόαση στο Κόβεντ Γκάρντεν, όπου θα τον αξιολογούσαν ο διαχειριστής Τζορτζ Μπράντλεϋ και ο ηθοποιός Τσαρλς Κεμπλ. Ο Ντίκενς προετοιμάστηκε ενδελεχώς, σκοπεύοντας να μιμηθεί τον κωμικό Τσαρλς Μάθιους, αλλά τελικά έχασε την ακρόαση λόγω ενός κρυολογήματος. Πριν προλάβει να του παρουσιαστεί άλλη ευκαιρία, είχε ήδη ξεκινήσει τη συγγραφική του σταδιοδρομία.
Το 1833 έστειλε το πρώτο του διήγημα ("A Dinner at Poplar Walk") στο λονδρέζικο Μηνιαίο Περιοδικό (Monthly Magazine). Ο Γουίλιαμ Μπάροου, θείος του από την πλευρά της μητέρας του, του βρήκε εργασία στον Καθρέπτη της Βουλής (The Mirror of Parliament) και έτσι εργάστηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων για πρώτη φορά στις αρχές του 1832. Νοίκιασε δωμάτιο στο πανδοχείο Φέρνιβαλ και εργάστηκε ως πολιτικός ανταποκριτής, καλύπτοντας τις κοινοβουλευτικές αντιδικίες, ενώ ταξίδεψε σε διάφορα μέρη της Βρετανίας για να καλύψει εκλογικές εκστρατείες για λογαριασμό του Πρωινού Χρονικού (Morning Chronicle).
Η δημοσιογραφική του παραγωγή, με τη μορφή σύντομων σκιαγραφιών σε περιοδικά, αποτέλεσε την πρώτη του ανθολογία διηγημάτων, η οποία δημοσιεύτηκε το 1836 υπό τον τίτλο Σκιαγραφήματα του Μποζ (Sketches by Boz). Το "Μποζ" ήταν ένα οικογενειακό υποκοριστικό που ο ίδιος χρησιμοποιούσε ως ψευδώνυμο για μερικά χρόνια. Το υιοθέτησε από το ψευδώνυμο "Μωυσής" (Moses), που είχε προσδώσει στον νεότερο αδελφό του, Ωγκάστους Ντίκενς, εμπνευσμένος από έναν χαρακτήρα του έργου Ο Εφημέριος του Ουέικφιλντ του Όλιβερ Γκόλντσμιθ. Όταν κάποιος το πρόφερε με κρυολόγημα, το «Μόουζεζ» γινόταν «Μπόουζεζ», το οποίο αργότερα συντμήθηκε σε «Μποζ». Ένας κριτικός λογοτεχνίας της εποχής του έγραψε το 1849: «Ο κ. Ντίκενς, σαν να ήθελε να πάρει εκδίκηση για το περίεργο όνομά του, αποδίδει ακόμη πιο περίεργα ονόματα στις φανταστικές δημιουργίες του».
Ο Ντίκενς συνέβαλε και επιμελήθηκε περιοδικά καθ' όλη τη διάρκεια της λογοτεχνικής του σταδιοδρομίας. Τον Ιανουάριο του 1835, το Πρωινό Χρονικό εξέδωσε μια εσπερινή έκδοση υπό την επιμέλεια του κριτικού μουσικής της εφημερίδας, Τζορτζ Χόγκαρθ. Ο Χόγκαρθ προσκάλεσε τον Ντίκενς να συνεισφέρει με "Σκιαγραφήματα Δρόμου". Ο Ντίκενς έγινε τακτικός επισκέπτης στο σπίτι του Χόγκαρθ στο Φούλαμ, καθώς το κοινό τους ενδιαφέρον—η αγάπη του Χόγκαρθ για τον Γουόλτερ Σκοτ, έναν γνωστό Σκώτο λογοτέχνη και ήρωα και των δύο αντρών—τους έφερε κοντά. Ταυτόχρονα, απολάμβανε την παρέα των τριών θυγατέρων του Χόγκαρθ: της Τζορτζίνα, της Μαίρυ και της δεκαεννιάχρονης Κάθριν.
Στον ελεύθερο χρόνο του, έγραφε διηγήματα, ενσωματώνοντας σε αυτά χαρακτήρες που γνώριζε προσωπικά, ανθρώπους που συναντούσε στον δρόμο, καθώς και τύπους που δημιουργούσε η πλούσια φαντασία του, εμφυσώντας στον καθένα τη χαρακτηριστική πνοή του.
Την ίδια χρονιά, δημοσιεύθηκε ένα ακόμη από τα διηγήματά του, γεγονός που αποτέλεσε την εκκίνηση μιας σταδιοδρομίας η οποία δικαίωσε τη βαθιά πεποίθηση που είχε από τα παιδικά του χρόνια ότι προοριζόταν για μεγάλα πράγματα. Τον Μάρτιο του 1836 κυκλοφόρησαν Τα Έγγραφα του Πίκγουικ, τα οποία έγιναν αμέσως ανάρπαστα από το αναγνωστικό κοινό. Ακολούθησε η έκδοση του Όλιβερ Τουίστ, έργο εμπνευσμένο από όσα είχε δει και βιώσει ο Ντίκενς κατά τις περιοδείες του ως ανταποκριτής εφημερίδας.
Παράλληλα με αυτές τις πρώτες επιτυχίες, ο Ντίκενς παντρεύτηκε την Κάθριν Χόγκαρθ και η οικογένειά του μεγάλωσε με γρήγορους ρυθμούς, αποκτώντας συνολικά δέκα παιδιά. Η οικονομική του κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά και άλλαζε συνεχώς κατοικίες, μετακομίζοντας σε ολοένα και μεγαλύτερα σπίτια.
Την ίδια ώρα, η φήμη του Ντίκενς εξαπλωνόταν. Έγινε τόσο γνωστός στην Αμερική όσο και στην Αγγλία. Το 1842 ταξίδεψε πέρα από τον Ατλαντικό, όπου οι Αμερικανοί τον υποδέχθηκαν με τον χαρακτηριστικό τους ενθουσιασμό. Ωστόσο, στον νεαρό Ντίκενς οι Αμερικανοί φάνηκαν ακαλλιέργητοι και θορυβώδεις, μασούσαν καπνό, διατηρούσαν δούλους και δεν σέβονταν την ξένη πνευματική ιδιοκτησία. Δεν δίστασε καθόλου να εκφράσει τις απόψεις του. Επιστρέφοντας στην Αγγλία, κατέγραψε τις όχι και τόσο κολακευτικές εντυπώσεις του από την Αμερική στα Αμερικάνικα Σημειώματα (1842) και στο Μάρτιν Τσάζλγουιτ (1843-1844).
Ενδιάμεσα, το 1843, είχε εκδώσει τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, η οποία γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία, ενώ αργότερα ακολούθησε ο Ντέηβιντ Κόππερφιλντ.
Το μυθιστόρημα Ντέηβιντ Κόππερφιλντ (1849-1850) αποτελεί σχεδόν την αυτοβιογραφία του Ντίκενς. Σε αυτό το έργο, απαθανατίζει τον πατέρα του στον χαρακτήρα του κ. Μικώμπερ και τον εαυτό του στον κεντρικό ήρωα, Ντέιβιντ. Αργότερα, το 1859, εξέδωσε την Ιστορία δύο πόλεων, ενώ την περίοδο 1860-1861 κυκλοφόρησε σε συνέχειες το έργο Μεγάλες Προσδοκίες.
Το 1867, μια ιδιαίτερα δελεαστική προσφορά από την Αμερική τον ώθησε να ταξιδέψει ξανά στον Ατλαντικό. Οι Αμερικανοί τον υποδέχθηκαν με έναν ενθουσιασμό πρωτοφανή. Είχαν λησμονήσει όσα είχε γράψει κάποτε για εκείνους, ενώ κι εκείνος ανακάλεσε τα προηγούμενα αρνητικά του σχόλια. Σε ένα συμπόσιο που διοργανώθηκε προς τιμήν του από το Τυπογραφείο Ντελμόνικο της Νέας Υόρκης, απηύθυνε μια πολύ εύγλωττη έκκληση για τη φιλία μεταξύ των δύο αγγλόφωνων λαών.
Ο Ντίκενς επέστρεψε στην Αγγλία το 1868 και δύο χρόνια αργότερα, το 1870, πέθανε στο Ρότσεστερ. Η σορός του ενταφιάστηκε στο Αββαείο του Ουέστμινστερ.






