Ο Μπέλα Ταρ (Béla Tarr) υπήρξε αρχιτέκτονας του χρόνου και φιλόσοφος της απόγνωσης. Ο Ούγγρος δημιουργός, που ανακοίνωσε την απόσυρσή του από τη σκηνοθεσία το 2011, άφησε πίσω του ένα έργο που επαναπροσδιόρισε το τι σημαίνει "κινηματογράφος" στον 21ο αιώνα.
Από τον κοινωνικό ρεαλισμό στη μεταφυσική
Γεννημένος το 1955 στο Πετς της Ουγγαρίας, ο Ταρ ξεκίνησε την καριέρα του ως ερασιτέχνης κινηματογραφιστής με έντονη πολιτική συνείδηση. Στα 16 του, γύρισε ένα φιλμάκι για μια οικογένεια τσιγγάνων, το οποίο τράβηξε την προσοχή των αρχών αλλά και των στούντιο Béla Balázs.
Αν και αρχικά ήθελε να σπουδάσει φιλοσοφία, το κομμουνιστικό καθεστώς τού απαγόρευσε τις σπουδές λόγω των "προκλητικών" του ταινιών. Έτσι, στράφηκε οριστικά στον κινηματογράφο. Η πορεία του χωρίζεται σε δύο μεγάλες περιόδους: την πρώιμη περίοδο του "κοινωνικού ρεαλισμού" και την ώριμη περίοδο των "μεγάλων μονοπλάνων", η οποία ξεκίνησε με τη γνωριμία του με τον συγγραφέα László Krasznahorkai.
Η περίοδος του κοινωνικού ρεαλισμού (1977–1985)
Σε αυτές τις ταινίες, ο Ταρ χρησιμοποιεί μια αισθητική "cinéma vérité" με κάμερα στο χέρι, κοντινά πλάνα και ερασιτέχνες ηθοποιούς.
- Οικογενειακή Εστία (1979): Μια σκληρή ματιά στην έλλειψη στέγης στην Ουγγαρία. Πολλές οικογένειες αναγκάζονται να ζουν σε ένα μικρό διαμέρισμα, οδηγούμενες σε ψυχολογική κατάρρευση.
- Ο Ξένος (1981): Η ιστορία ενός αντισυμβατικού νέου που δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις κοινωνικές νόρμες.
- Panelkapcsolat (The Prefab People, 1982): Μια ανατομία ενός γάμου που καταρρέει κάτω από την πίεση της καθημερινότητας και της οικονομικής ανέχειας.
- Μάκβεθ (Macbeth, 1982): Ταινία-σταθμός για την τηλεόραση, αποτελείται από δύο μόνο πλάνα. Εδώ ο Ταρ αρχίζει να πειραματίζεται με τη διάρκεια.
Η μεταφυσική στροφή (1988–2011)
Εδώ γεννιέται ο "κλασικός" Μπέλα Ταρ: ασπρόμαυρη φωτογραφία, αργά μονοπλάνα που διαρκούν αρκετά λεπτά, βροχή, λάσπη και η υπνωτική μουσική του Mihály Vig.
Damnation (Κολασμένη Αγάπη, 1988)

Η πρώτη συνεργασία με τον Krasznahorkai. Η ιστορία ενός μοναχικού άνδρα σε μια ετοιμόρροπη βιομηχανική πόλη που ερωτεύεται μια τραγουδίστρια. Η ταινία εισάγει το μοτίβο της ηθικής και φυσικής σήψης. Ο χρόνος αρχίζει να "διαστέλλεται".
Sátántangó (Το Τανγκό του Σατανά, 1994)

Το αδιαμφισβήτητο αριστούργημά του, διάρκειας 7,5 ωρών. Οι κάτοικοι μιας αποτυχημένης αγροτικής κολεκτίβας περιμένουν έναν "σωτήρα", τον Ιρίμιας, ο οποίος όμως είναι ένας απατεώνας. Η δομή της ταινίας ακολουθεί τα βήματα του τανγκό (έξι βήματα μπροστά, έξι πίσω). Είναι μια σπουδή πάνω στην προδοσία, την ψευδαίσθηση και την ανθρώπινη μοίρα. Το πλάνο με τις αγελάδες στην αρχή είναι ένα από τα πιο εμβληματικά στην ιστορία του σινεμά.
Werckmeister Harmóniák (Οι Αρμονίες του Βερκμάιστερ, 2000)

Μια φάλαινα σε ένα φορτηγό φτάνει σε μια μικρή πόλη, φέρνοντας μαζί της έναν μυστηριώδη "Πρίγκιπα" που υποκινεί βίαιες εξεγέρσεις. Μια παραβολή για την κατάρρευση του πολιτισμού και την πάλη ανάμεσα στην τάξη (αρμονία) και το χάος. Η σκηνή του νοσοκομείου είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές απεικονίσεις της ανθρώπινης βαρβαρότητας.
The Man from London (Ο Άνθρωπος από το Λονδίνο, 2007)
Βασισμένο στον Ζορζ Σιμενόν, το φιλμ ακολουθεί έναν νυχτοφύλακα που γίνεται μάρτυρας ενός φόνου. Εδώ ο Ταρ επικεντρώνεται στην ενοχή και τον πειρασμό. Παρά τις δυσκολίες στην παραγωγή (λόγω του θανάτου του παραγωγού Humbert Balsan), η ταινία παραμένει ένα εικαστικό κομψοτέχνημα.
A Torinói Ló (Το Άλογο του Τορίνο, 2011)
Η τελευταία του ταινία είναι εμπνευσμένη από το περιστατικό όπου ο Νίτσε είδε τη μαστίγωση ενός αλόγου και έχασε τα λογικά του. Παρακολουθούμε έξι μέρες από τη ζωή του αμαξά, της κόρης του και του αλόγου τους σε μια ερημιά, καθώς ο κόσμος γύρω τους σβήνει. Είναι η "αντίστροφη Γένεση". Αντί για τη δημιουργία του κόσμου, βλέπουμε την αποσύνθεσή του μέχρι το απόλυτο σκοτάδι. Είναι μια ταινία για το τέλος της αξιοπρέπειας και της επιβίωσης.
Το στυλ και η φιλοσοφία του
- Ο χρόνος: Για τον Ταρ, ο χρόνος δεν είναι εργαλείο αφήγησης, αλλά το ίδιο το θέμα. Θέλει ο θεατής να νιώσει το βάρος της κάθε στιγμής.
- Το μονοπλάνο: Η κάμερα κινείται με μια χορογραφική ακρίβεια, αγκαλιάζοντας τον χώρο.
- Η ανθρωπολογία: Δεν τον ενδιαφέρουν οι "ήρωες", αλλά οι άνθρωποι που παλεύουν με τις βασικές ανάγκες: το φαγητό, το ποτό, τη ζέστη, τη μοναξιά.
"Δεν πιστεύω στον Θεό. Στις ταινίες μου, ο Θεός είναι η βροχή. Ο Θεός είναι ο λάσπη. Ο Θεός είναι ο χρόνος." – Béla Tarr
O Ταρ είναι ένας από τους πιο "πυκνούς" σκηνοθέτες στην ιστορία του σινεμά.
Αν εμβαθύνουμε, για παράδειγμα, στο Sátántangó (1994), το οποίο αποτελεί το σημείο μηδέν του σύμπαντός του, μπορούμε να κατανοήσουμε την οικοδόμησή του καλύτερα
Sátántangó – Η ανατομία της κατάρρευσης
Το Sátántangó δεν είναι απλώς μια ταινία, είναι μια εμπειρία αντοχής. Διαρκεί 435 λεπτά και βασίζεται στη δομή ενός χορού (τανγκό) που πηγαίνει μπρος-πίσω, δείχνοντας τα ίδια γεγονότα από την οπτική γωνία διαφορετικών χαρακτήρων.
Κεντρικοί άξονες
- Η ψευδαίσθηση της ελπίδας: Ο χαρακτήρας του Ιρίμιας (τον οποίο υποδύεται ο συνθέτης Mihály Vig) επιστρέφει από τους "νεκρούς". Οι χωρικοί τον βλέπουν ως μεσσία, αλλά εκείνος είναι ένας πράκτορας του κράτους και ένας δημαγωγός. Ο Ταρ σχολιάζει εδώ την ευκολία με την οποία οι απελπισμένοι άνθρωποι παραδίδονται σε ολοκληρωτικά σχήματα.
- "Εικόνα-Χρόνος": Σε αντίθεση με το μοντάζ που χρησιμοποιείται για να επιταχύνει τη δράση, ο Ταρ το χρησιμοποιεί για να την επιβραδύνει. Όταν βλέπουμε τον γιατρό να πίνει μόνος του για 15 λεπτά, δεν βλέπουμε "νεκρό χρόνο", αλλά τη σταδιακή φθορά της ανθρώπινης ύπαρξης.
- Ο κύκλος: Η ταινία ξεκινά και τελειώνει με τον ίδιο ήχο καμπάνας. Ο χρόνος στον Ταρ δεν είναι γραμμικός (που οδηγεί κάπου), αλλά κυκλικός και παγιδευμένος.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία και πηγές
Αν θέλει κανείς να κατανοήσει τη σκέψη πίσω από τις επιλογές του, αυτά τα τρία βιβλία είναι τα πλέον απαραίτητα:
Béla Tarr, the Time After του Jacques Rancière: Ο κορυφαίος Γάλλος φιλόσοφος αναλύει πώς ο Ταρ διαχειρίζεται τον χρόνο και την πολιτική μετά το τέλος των μεγάλων ιδεολογιών.
The Cinema of Béla Tarr: The Circle and the Labyrinth του András Bálint Kovács: Μια ακαδημαϊκή αλλά προσιτή ματιά στη δομή των ταινιών του και τη σύνδεσή τους με τη μοντέρνα τέχνη.
The Melancholy of Resistance του László Krasznahorkai: Το μυθιστόρημα στο οποίο βασίστηκαν οι Αρμονίες του Βερκμάιστερ. Η ανάγνωσή του βοηθά να γίνει κατανοητό το λογοτεχνικό βάθος των πλάνων του Ταρ.
Τα μονοπλάνα του Μπέλα Ταρ δεν είναι απλώς «τεχνικά επιτεύγματα»· είναι ο τρόπος του να μας αναγκάσει να κατοικήσουμε μέσα στον χρόνο των ηρώων του. Αν το κλασικό μοντάζ κόβει την πραγματικότητα σε κομμάτια, ο Ταρ την αφήνει να κυλήσει αδιάσπαστη, δημιουργώντας μια αίσθηση μοιραίου.
Ας ρίξουμε μια ματιά σε τρία από τα πιο εμβληματικά μονοπλάνα του:
1. Ο χορός του σύμπαντος (Οι Αρμονίες του Βερκμάιστερ, 2000)
- Διάρκεια: Περίπου 10 λεπτά.
- Η σκηνή: Μέσα σε ένα παρακμιακό καπηλειό, ο νεαρός Γιάνος ζητά από τους μεθυσμένους θαμώνες να αναπαραστήσουν μια έκλειψη ηλίου. Τους βάζει στη σειρά: ο ένας είναι ο Ήλιος, ο άλλος η Σελήνη, ο τρίτος η Γη.
- Τεχνική & Σημειολογία: Η κάμερα περιφέρεται γύρω από τους ανθρώπους που στροβιλίζονται υπνωτικά υπό τους ήχους της μουσικής του Mihály Vig. Το μονοπλάνο αυτό συμπυκνώνει όλη τη φιλοσοφία της ταινίας: η κοσμική τάξη (οι πλανήτες) έρχεται σε άμεση αντίθεση με την ανθρώπινη εξαθλίωση. Είναι μια στιγμή καθαρής ομορφιάς πριν την απόλυτη καταστροφή που θα ακολουθήσει.
2. Η επέλαση των αγελάδων (Sátántangó, 1994)
- Διάρκεια: 8 λεπτά.
- Η σκηνή: Η εναρκτήρια σκηνή της ταινίας. Η κάμερα ξεκινά από ένα παράθυρο και στη συνέχεια ακολουθεί μια αγέλη αγελάδων που περιπλανιέται ανάμεσα στα λασπωμένα κτίρια μιας εγκαταλελειμμένης κολεκτίβας.
- Τεχνική και σημειολογία: Δεν υπάρχει διάλογος. Μόνο ο ήχος των οπλών και ο άνεμος. Με αυτό το πλάνο, ο Ταρ δηλώνει αμέσως ότι ο ρυθμός της ταινίας δεν θα υπακούσει σε ανθρώπινους κανόνες. Οι αγελάδες (όπως και οι άνθρωποι αργότερα) κινούνται χωρίς σκοπό, παγιδευμένες σε ένα τοπίο που πεθαίνει. Η κάμερα κινείται με μια αργή, σχεδόν "θεϊκή" απάθεια.
3. Η ρουτίνα του τέλους (Το Άλογο του Τορίνο, 2011)

- Η σκηνή: Η κόρη του αμαξά πηγαίνει στο πηγάδι να φέρει νερό μέσα σε έναν λυσσαλέο άνεμο.
- Τεχνική και σημειολογία: Σε αυτή την ταινία των μόλις 30 πλάνων, η επανάληψη είναι το κλειδί. Βλέπουμε την ίδια κίνηση (πηγάδι - σπίτι - ξεφλούδισμα πατάτας) κάθε μέρα. Το μονοπλάνο εδώ δεν χρησιμοποιείται για να δείξει κάτι καινούργιο, αλλά για να δείξει τη βαρύτητα της ύπαρξης. Η κάμερα παλεύει μαζί της ενάντια στον άνεμο, καταγράφοντας τη σωματική προσπάθεια και την κούραση. Είναι ο κινηματογράφος της καθαρής ύλης.
Πώς τα κατάφερνε τεχνικά;
Ο Ταρ δεν χρησιμοποιούσε ψηφιακά μέσα. Τα μονοπλάνα του ήταν αποτέλεσμα:
- Εξαντλητικής χορογραφίας: Ηθοποιοί και τεχνικοί έκαναν πρόβες για μέρες. Αν κάτι πήγαινε στραβά στο 9ο λεπτό, ξεκινούσαν από την αρχή.
- Χρήσης Crane (Γερανών) και Dolly: Η κάμερα δεν είναι ποτέ στατική· γλιστράει στον χώρο, αλλάζοντας συνεχώς γωνίες λήψης (από γενικό σε κοντινό) χωρίς να σταματά η εγγραφή.
- Φωτισμού: Επειδή η κάμερα γυρίζει 360 μοίρες, ο φωτισμός έπρεπε να είναι κρυμμένος σε σημεία που δεν φαίνονται, κάτι εξαιρετικά δύσκολο για ασπρόμαυρο φιλμ.
Μια "κρυφή" λεπτομέρεια
Πολλοί θεωρούν ότι ο Ταρ κάνει τα πάντα μόνος του, αλλά ο ίδιος πάντα τόνιζε ότι οι ταινίες του είναι συλλογικό έργο. Η σύζυγός του, Ágnes Hranitzky, είναι η μοντέρ του και συν-σκηνοθέτης, υπεύθυνη για το "δέσιμο" αυτών των τεράστιων πλάνων ώστε να έχουν ρυθμό και να μην κουράζουν.
Η μουσική στον κινηματογράφο του Μπέλα Ταρ δεν είναι «χαλί»· είναι ένας από τους πρωταγωνιστές. Ο άνθρωπος πίσω από αυτό το μοναδικό ηχητικό σύμπαν είναι ο Mihály Vig, ο οποίος δεν συνέθετε απλώς μελωδίες, αλλά δημιουργούσε τους «καρδιακούς παλμούς» των ταινιών.
Η συνεργασία τους είναι αντίστοιχη με εκείνη του Φελίνι με τον Νίνο Ρότα ή του Χίτσκοκ με τον Μπέρναρντ Χέρμαν.
1. Η μέθοδος: μουσική πριν από την εικόνα
Σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική όπου ο συνθέτης βλέπει την τελειωμένη ταινία και γράφει μουσική, ο Vig έγραφε τα θέματα πριν καν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Ο Ταρ έπαιζε τη μουσική στο σετ, μέσα από μεγάλα ηχεία, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Αυτό βοηθούσε τους ηθοποιούς να βρουν τον ρυθμό του βαδίσματός τους και τον οπερατέρ να συγχρονίσει την κίνηση της κάμερας με τις νότες.
2. Το στυλ: μινιμαλισμός και επανάληψη
Η μουσική του Vig χαρακτηρίζεται από μονότονες, επαναλαμβανόμενες λούπες (loops). Αυτό εξυπηρετεί δύο σκοπούς: την αίσθηση του εγκλωβισμού, όπως οι ήρωες είναι παγιδευμένοι στη λάσπη και τη μοίρα τους, έτσι και η μουσική αρνείται να "εξελιχθεί" ή να προσφέρει μια λυτρωτική κορύφωση και την υπνωτική κατάσταση: Ο θεατής εισέρχεται σε μια κατάσταση τρανς. Οι ήχοι του ακορντεόν, του βιολιού και του πιάνου γίνονται ένα με τον θόρυβο της βροχής.
3. Εμβληματικά μουσικά θέματα
Το Τανγκό του Sátántangó
Ένα μελαγχολικό, σχεδόν μεθυσμένο θέμα με ακορντεόν. Συνοδεύει τη διάσημη σκηνή του χορού στο καπηλειό, όπου οι χωρικοί χορεύουν μέχρι τελικής πτώσης. Η μουσική εδώ υπογραμμίζει την παρακμή: είναι ένας χορός που δεν γιορτάζει τη ζωή αλλά την αποσύνθεση.
Valuska (Οι Αρμονίες του Βερκμάιστερ)
Ίσως η πιο διάσημη σύνθεση του Vig. Ένα υπέροχο, θλιμμένο θέμα στο πιάνο που συνοδεύει τον Γιάνος (τον "σαλό" της ταινίας) στις περιπλανήσεις του. Εδώ η μουσική προσφέρει μια νότα ανθρωπιάς και πνευματικότητας μέσα σε έναν κόσμο που βυθίζεται στη βία.
Το Άλογο του Τορίνο (The Main Theme)
Εδώ ο Vig φτάνει στο απόλυτο άκρο. Ένα βαρύ, επαναλαμβανόμενο θέμα με έγχορδα και ένα επίμονο εκκλησιαστικό όργανο που ακούγεται σχεδόν σε όλη την ταινία. Είναι ο ήχος της αποκάλυψης που πλησιάζει αργά, ο ήχος του χρόνου που εξαντλείται.
4. Η φωνή του δημιουργού
Συχνά ο ίδιος ο Mihály Vig εμφανίζεται στις ταινίες. Στο Sátántangó, υποδύεται τον Ιρίμιας, τον ψευδο-προφήτη. Αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα μετα-κινηματογραφική σύνδεση: ο άνθρωπος που "ελέγχει" τον ρυθμό της ταινίας μέσω της μουσικής, ελέγχει και τους χαρακτήρες μέσα στην ιστορία.
Πρόταση για ακρόαση
Αν θέλετε να νιώσετε την ατμόσφαιρα χωρίς την εικόνα, προτείνουμε να αναζητήσετε το άλμπουμ:
Mihály Vig – Music from the films of Béla Tarr
Περιλαμβάνει όλα τα βασικά θέματα και θα συνοδεύσει τις σκέψεις σας για το έργο του Bela Tarr τις επόμενες μέρες.






