Ο Ανούβις, το μαύρο γατάκι με τα βαθιά σκοτεινά, δυσλειτουργικά, λόγω ενδομητριακής μόλυνσης κατά την κύηση, γαλάζια μάτια, αντιλαμβάνεται μόνο σκιές και με τις λοιπές αισθήσεις προσαρμόζεται και προσαρμόζει το περιβάλλον της οικίας στην οποία φιλοξενείται. Ατσαλώνει χαρακτήρα γραπώνοντας σε αξιομνημόνευτους εναγκαλισμούς, μασιστικών σκηνών, πάνινα παιχνίδια, απροσδιόριστων χαρακτηριστικών και σχημάτων, αναρριχάται στις κουρτίνες και ροβολάει στις πλαγιές των καναπέδων σε μια τελετουργία εξαντλητικότερη ακόμα και αυτής στην οποία υπεβλήθη ο εύθραυστος όσο και ανίδεος Daniel LaRusso, από τον πεφωτισμένο διδάσκαλο του γένους, Mr Miyagi κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τα μαρμαρένια αλώνια του τουρνουά All Valley Karate.
Ήδη έχει να αντιμετωπίσει εκτός των άλλων και την αντιζηλία του προηγούμενου Βενιαμίν γάτου που χάνει την εύνοια κάτω απ΄ τις πατούσες του. Ο οποίος βέβαια είναι και αυτός σκληρό καρύδι αφού για να βρεθεί στη θαλπωρή της εστίας χρειάστηκε να επιβιώσει μια ατέλειωτη βάρδια εφημερίας στην τσέπη της ιατρικής ρόμπας της οικοδέσποινας. Εξού και το όνομα αυτού «Πόκετ».

Ό,τι είναι ικανό, ανά πάσα στιγμή, να εξελιχθεί σε μάχη ζωής και θανάτου, μεταφερόμενο στην ανθρώπινη διάσταση θα μπορούσε να ήταν ένας προκριματικός στην κάρτα μιας βραδιάς ΜΜΑ, ένα πρώιμο «Σπαζοκέφαλος εναντίον Μασκοφόρου Τίγρη» ή μια αναβίωση του επικού Σουγκλάκος απέναντι στον Καναδό (από την Αγιά Βαρβάρα σύμφωνα με κακεντρεχείς) Τόμσον. Anoubis Vs Pocket λοιπόν, με όλο το σύστημα να προωθεί τη μάχη, κοινωνώντας στην αδηφάγο μάζα που θα ταυτιστεί κατά βούληση, λεπτομέρειες της αντιπαράθεσης από την πρώτη αψιμαχία έως το τελευταίο staredown μπροστά στα εμβρόντητα μάτια των λούτρινων τεράτων του Halloween. Win – win, λίγο πολύ, για όλους και το πατέ σολωμού το επιούσιον στο πιατάκι αναβάλλοντας επ΄άοριστον τη φονική μονομαχία της σαλοτραπεζαρίας.
Εκπολιτισμός πρωτόγονων ενστίκτων, υπερταλαντούχοι μα και απαραίτητα σκληρά για όσο χρειαστεί, εργαζόμενοι, εξελισσόμενοι σε ενδεδυμένους αθλητικές περιβολές επιχειρηματίες. Παραμορφωτικοί προς το ιδανικότερο καθρέφτες, αποδίδουν τόσο με την αγωνιστική δράση, όσο και με την αλληλεπίδραση της ρουτίνας, εικόνες και αισθήσεις, σε αντίθεση με τις κατά καιρούς δηλώσεις τους, οι οποίες αποκαρδιωτικά τετριμμένες και πανομοιότυπες σε υποχρεώνουν προς συντήρηση της ουτοπίας, να ανασύρεις μνήμες από την αυστηρά προσωπική συλλογή, ουσιαστικά το θεμέλιο του μικρόκοσμου.

Τα ξερά γήπεδα της Β΄Εθνικής όπου παρακολουθώντας τον Παναιτωλικό, το «αίμα και άμμος» των συναρπαστικών αθλητικών άρθρων έβρισκε το νόημά του, όχι όμως με την ακρίβεια της πυρετικής δράσης που εξελισσόταν στα οικόπεδα και τους δρόμους της… επαρχίας του Κολωνού, όπου η φράση του Bill Shankly «Το ποδόσφαιρο δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Είναι κάτι πολύ σοβαρότερο» δεν έμοιαζε και τόσο βαρύγδουπη μέχρι να αναλογιστείς κατά τα μεσάνυχτα πως δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για τις εκπαιδευτικές υποχρεώσεις της αυριανής, μα οπωσδήποτε θα είσαι ο απεγνωσμένα ποθητός ήρωας του πλήθους εκεί έξω, ιδιαιτέρως φυσικά του αντιθέτου φύλου, ανυποψίαστος πως τα συγκεκριμένα πλάσματα κατά κανόνα, σε είχαν αφήσει μερικά στάδια ωριμότητας (και οι περισσότεροι δεν τα προσεγγίσαμε ούτε δεκαετίες αργότερα) πίσω.
Ηλικιακά στον προθάλαμο της παραίτησης, αδυνατείς να αντιληφθείς, εκτός των βασικών, αν έχεις υποστεί απώλεια οπτικού πεδίου ή απλά είναι λερωμένα τα γυαλιά σου, ενστικτωδώς προτιμώντας σε πρώτη σκέψη την πάθηση παρά τον καταναγκασμό της αναζήτησης υφάσματος προς καθαρισμό των φακών, χωρίς να σου φαίνεται παράδοξη, μα νομοτελειακή, η αποστασιοποίηση από τον φανατισμό της… αγενούς άμιλλας, το ξεθώριασμα παιδικοεφηβικών ινδαλμάτων τα οποία σου κατσικώθηκαν μέχρι τις παρυφές των 40 και η εξαέρωση μιας φθίνουσας, ολοένα και περισσότερο στο πέρασμα των χρόνων, παράπλευρης διαδικασίας, διατήρησης στο υαλοειδές τμημάτων έστω και επιτηδευμένης αθωότητας για να φιλτράρουν, ώστε να γίνει ανεκτό, μέρος του φάσματος της καθημερινής βαρβαρότητας.
Κερδίζει σήμερα η εθνική στο Γουέμπλεϊ και στο διήμερο έχει διαγραφεί μαζί με τον κάδο της βραχυπρόθεσμης μνήμης, ενώ επανέρχεται η εικόνα του Χρήστου Αρχοντίδη να ασπάζεται όποιον βρεθεί στο διάβα του και τους διεθνείς να τον σηκώνουν στα χέρια με το πέρας της αλήστου (και μη ανακυκλώσιμης) μνήμης, λευκής ισοπαλίας -ανδραγαθήματος του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος, στο παλαιό Βρετανικό στάδιο, τον Μάρτιο του ΄83. Χρόνια δοξασμένα και του δικού μας αυθεντικού, ορθοδόξου Σοσιαλιστικού Κινήματος δηλαδή.
Ξεκινάει η ευρωλίγκα -χωρίς να έχεις παρακολουθήσει καν τον περσινό τελικό- με ένα απολαυστικότατο και πολλά υποσχόμενο για τη συνέχεια, ενώπιος ενωπίω Μπαρτζώκα – Γιασικεβίτσιους στην Κωνσταντινούπολη, μα τελικά, λίγες ώρες αργότερα και παρά τις υπερπροσπάθειες των μυαλοφυγόδικων σχολιαστών στα social, το μπαρούτι έχει ξεθυμάνει και τι να σου πουν τα γατάκια (εξαιρούνται Ανούβις – Πόκετ) μπροστά στον Ιωαννίδη, τον Ομπράντοβιτς, τον Μπόμπι Νάιτ και φυσικά την εικόνα του αξιαγάπητα εκρηκτικού Τζώνι Νιούμαν, ορμώμενου από τον πάγκο του ΠΑΟΚ να ξαπλώνει στο παρκέ της Hala Pionir του Βελιγραδίου τον όχι και ακριβώς μεγαλοπρεπή τελικά, άρχοντα του αγώνα, Ιταλό διαιτητή Γκρόσι, εισπράττοντας αμετανόητος εν κατακλείδι διετή αποκλεισμό και αποβολή της ομάδος του από τη συνέχεια του κυπέλου Κόρατς. Όλα αυτά ενώ τρεις ημέρες νωρίτερα στις 5 Νοεμβρίου του 1988 είχε σπάσει το αήττητο, εντός των συνόρων, σερί 80 αγώνων και 44 μηνών του άσπονδου συμπολίτη Άρη. «Έπρεπε να σας προστατεύσω. Ήθελαν να μας κερδίσουν με το έτσι θέλω», απολογήθηκε στους παίχτες του και λατρεύτηκε ακόμα περισσότερο από αυτούς. Το ίδιο από τους προσκείμενους οπαδούς και μεγάλη μερίδα ουδέτερων φιλάθλων, ενώ κάποιες φτηνές αντιρρήσεις για την εκτός ορίων συμπεριφορά, δεν μπορεί παρά να ήταν από ζηλόφθονες αντιπάλους και άσχετους με το αθλητικό γίγνεσθαι και ιδεώδες της χώρας. Δειλούς, μοιραίους και άβουλους μπούμπηδες αντάμα, που το να πλακωθούν πατροπαράδοτα στα φανάρια θα συνιστούσε θάμα.
Ο σκληρός πυρήνας συγκρατεί τον φλοιό και όσους βολοδέρνουν επάνω του. Αν τους έδινε την παραμικρή σημασία η εξουσία, θα άναβε πούρα σαν τους Φάνη – Φασούλα το ΄94 στο Τορόντο και καταιγίδα πωμάτων σαμπάνιας θα ξεσπούσε στην αίθουσα καθώς ελάμβανε τα χαιρετίσματα του γνωστού άσματος ταυτόχρονα με το statement πως επιθυμούν να μείνουν οπαδοί φανατικοί, να την τρώνε από πίσω (στίχοι προβληματισμού σε βαθμό ενδοσκόπησης) και όχι να κυβερνήσουν, λες και υπάρχει εχέφρων που θα τους ανέθετε κάτι τέτοιο με μόνη εξαίρεση ίσως τον ενσαρκωμένο από τον Κώστα Τσάκωνα χαρακτήρα στο βίντεο – μεγαλούργημα «Επαγγελματίας Οπαδός». Με τη συμπρωταγωνίστριά του μάλιστα, Βέρα Γκούμα, θα συνέθεταν ιστορικά, με χαρακτηριστική υπεροχή και μεγάλη απόσταση του δευτέρου, το πλέον καλαίσθητο ζευγάρι της εγχώριας κεντρικής και περιφερειακής πολιτικής σκηνής.
Αγέλαστος και γελασμένος πως απέχω από το πανηγύρι των ζουρλών, εφαρμόζοντας τα πρωτόκολλα των σοφών του Tik Tok, για την ένταση της άσκησης με αλτήρες, μπάρες και άλλα συναφή, ως προς την ανάπτυξη μυϊκής μάζας αναξιοπαθούντων μεσηλίκων και υπό την διαρκή απειλή ισχαιμικού επεισοδίου ή ανακοπής -ό,τι έχετε προτίμηση κ. Χάροντα-, ιδιαίτερα κατά την εφιαλτική μίξη, ιδρώτα και πνιχτών ουρλιαχτών στην εκτέλεση της περίφημης τελευταίας επανάληψης "αποτυχίας", πιθανότατα κάποιος αμυντικός μηχανισμός, συνεπικουρούμενος από τη διαλειμματική νηστεία, εκτός από την ενεργοποίηση της αυτοφαγίας, ανασύρει από το υποσυνείδητο, μορφές και στιγμιότυπα σε μια ιδιωτική προβολή Cinema Paradiso. Κινητήριες στιγμές ανθολογίας, θαμμένες κάτω από στρώματα ιζημάτων, απολιθωμάτων και κυνισμού, επανέρχονται όπως ο Jason Voorhees εκ του βυθού της Crystal Lake αν και απείρως αποτελεσματικότερες από τον φίλτατο και αδελφό serial killer.

Με παρελαύνοντες ακρογωνιαίους λίθους της my own personal (και όσων του περιβάλλοντός μου διάβρωσα εξαίσια) μυθολογίας. Ο Larry Bird με το ανελέητο, προβοκατόρικο trash talking επί δικαίων και αδίκων. Tο εκθαμβωτικό, με απόντες τους δύο κεντρικούς άνω κοπτήρες, χαμόγελο του μετέπειτα hall of famer, Dan Issel. Ο Archie Knox, βοηθός του Sir Alex Ferguson στο θαύμα της Aberdeen να περιφέρεται στα αποδυτήρια με ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ ανά χείρας προς πρόληψη, γνώση και συμμόρφωση. Η Τσαρίνα των αιθέρων Γέλενα Ισινμπάγεβα, ακολουθούμενη από την μεγαλύτερη αγάπη, Κατερίνα Στεφανίδη. Το αυτί του Evander Holyfield στα σαγόνια του λατρεμένου Mike Tyson, αλλά και blast from the… present σαν το ντεμαράζ της Femke Bol στον τελικό της μικτής σκυταλοδρομίας 4x400 των πρόσφατων Ολυμπιακών Αγώνων.
Αυταπατώμενος πως τις απαξίωνες, διαπεραστικές αφορμές σε αιφνιδιάζουν διεγείροντας την υπερπροσπάθεια της έσχατης –μέχρι της επόμενης τέτοιας- άρσης. Ωθήσεις οι οποίες ασφαλώς δεν θα σήμαιναν τίποτα αν δεν είχαν τα στηρίγματα των σταθερών που λίγο πολύ σε προσδιορίζουν. Όπως όταν μυρίζεις βασιλικό και θυμάσαι τον πατέρα σου, με ένα κλωναράκι στο πέτο, να ξεκινάει για τον Ταύρο και το γήπεδο του «φονέα των γιγάντων» Φωστήρα…






