Πριν το Columbine: το ελληνικό school shooting στη Σπάρτη του 1978 - UrbanOrama.gr
Πριν το Columbine: το ελληνικό school shooting στη Σπάρτη του 1978

Πριν το Columbine: το ελληνικό school shooting στη Σπάρτη του 1978

Ανάρτηση: 02 Ιουλ 2026

Πριν το Columbine: το ελληνικό school shooting στη Σπάρτη του 1978

Είναι Ιούνιος του 1978 και στο Σαν Φρανσίσκο εμφανίζεται για πρώτη φορά η σημαία της τότε ΛΟΑΤ κοινότητας ενώ την επόμενη μέρα η πτήση 189 της Air Canada βγαίνει εκτός διαδρόμου στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Τορόντο και συντρίβεται σε χαράδρα με αποτέλεσμα δύο από τους 107 επιβαίνοντες να χάσουν τη ζωή τους. Ο Ατλαντικός ωκεανός ξαπλαρώνει ατάραχος για όλα αυτά σαν υπερμεγέθης χωρίστρα ανάμεσα σε δύο βαριά μεν κοτσιδάκια, Ευρώπη και Αμερική, που χοροπηδάνε ωστόσο ξετρελαμένα στους ρυθμούς του John Travolta και της Olivia Newton John του «You ‘re the one that I want» που ‘χει στρογγυλοκαθίσει στην πρώτη θέση των charts εκατέρωθεν της χωρίστρας, ως απότοκο του Grease frenzy.

Στην Ελλάδα τώρα, η μεταπολιτευτική αστάθεια κλυδωνίζεται από τον σεισμό της Θεσσαλονίκης, κλίμακας 6,5 βαθμών Ρίχτερ, με τραγικό απολογισμό 419 νεκρούς. Η νεοσύστατη δημοκρατία προστατεύει τα πήλινα ποδαράκια της από χορούς και εξαλλοσύνες και προτιμά στα ραδιόφωνα το «Θέλω να μ’ αγαπάς» του Γ. Πουλόπουλου, το «Φταίμε κι οι δυο» του συνονόματου Πάριου, ακολουθούμενα από άλλους δυο συνονόματους, τη Δήμητρα Γαλάνη και τον Δημήτρη Μητροπάνο, με το «Μ’ αγαπούσες θυμάμαι» και το «Τρελή κι αδέσποτη» αντιστοίχως.

Όλα αυτά βέβαια δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για την υπόθεσή μας. Σημασία έχει πως στη ραστώνη της σκονισμένης επαρχίας, τα σχολεία ετοιμάζονται να κλείσουν για να της παραδοθούν και επισήμως πια για το θέρος του σωτήριου 1978.

Στις 22 Ιουνίου 1978, μια ημέρα που είχε οριστεί για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των προαγωγικών εξετάσεων, το Λύκειο Αρρένων της Σπάρτης έγινε ο τόπος ενός αποτρόπαιου εγκλήματος. Ο 19χρονος μαθητής Παναγιώτης Κακαλέτρης, μην μπορώντας να αποδεχθεί την αποτυχία του, μετέτρεψε τον σχολικό χώρο σε πεδίο εκτέλεσης, σημαδεύοντας ανεξίτηλα τη μνήμη της τοπικής κοινωνίας.

Εκείνο το πρωί, ο 19χρονος και ήδη δις απορριφθείς Παναγιώτης Κακαλέτρης προσήλθε στο σχολείο του γνωρίζοντας πως η βαθμολογία του δεν ήταν η επιθυμητή. Είχε κριθεί μετεξεταστέος σε ορισμένα μαθήματα, μια εξέλιξη που ο ίδιος δεν μπόρεσε να διαχειριστεί και πάλι. Αντί να ακολουθήσει την οδό της επανεξέτασης, ο νεαρός είχε καταστρώσει ένα σχέδιο που ξεπερνούσε κάθε όριο λογικής και ηθικής.

Εφοδιασμένος με ένα πιστόλι, ο Κακαλέτρης εισήλθε στο κτίριο. Δεν επρόκειτο για μια αυθόρμητη πράξη θυμού, αλλά για μια συνειδητή κίνηση που υποδήλωνε προμελέτη. Κατευθύνθηκε προς το γραφείο των καθηγητών, όπου οι εκπαιδευτικοί βρίσκονταν εν ώρα εργασίας για την ολοκλήρωση των βαθμολογιών.

Η αναμέτρηση που ακολούθησε ήταν σύντομη και τραγική. Ο Κακαλέτρης εισέβαλε στο γραφείο και, μέσα σε κλίμα έντασης, απαίτησε την «αναθεώρηση» των αποτελεσμάτων του. Όταν οι καθηγητές προσπάθησαν να του μιλήσουν και να τον ηρεμήσουν, ο δράστης άνοιξε πυρ.

Από τις σφαίρες του μαθητή έπεσαν νεκροί ο Γυμνασιάρχης και ο ενωμοτάρχης  της χωροφυλακής, οι οποίοι προσπάθησαν να τον αποτρέψουν.

Οι πυροβολισμοί διέκοψαν βίαια την ηρεμία του σχολείου, προκαλώντας πανικό και απόλυτο τρόμο.

Μετά τη σύλληψή του, η αστυνομική έρευνα αποκάλυψε μια προσωπικότητα που διέφερε από το συνηθισμένο μαθητικό πρότυπο της εποχής. Ο Κακαλέτρης φέρεται να είχε αναπτύξει ακραίες ιδεοληψίες. Στην κατοχή του βρέθηκε υλικό που παρέπεμπε σε ακροδεξιά, εθνικιστική και νεοναζιστική ρητορική. Η απομόνωσή του από τους συνομηλίκους του και η προσκόλληση σε τέτοιου είδους ιδεολογήματα είχαν καλλιεργήσει μέσα του μια νοσηρή αίσθηση ότι το σχολικό σύστημα ήταν εχθρικό και ότι η βία ήταν το μόνο μέσο «δικαίωσης».

Ο δράστης περιγράφηκε ως ένας άνθρωπος ψυχρός, ο οποίος μετά το φονικό δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας. Η στάση του κατά την προανάκριση επιβεβαίωσε την πεποίθησή του ότι η πράξη του αποτελούσε μια μορφή «κάθαρσης».

Η υπόθεση Κακαλέτρη λειτούργησε ως μια σκληρή υπενθύμιση για την ελληνική κοινωνία της Μεταπολίτευσης. Για πρώτη φορά, η βία δεν ήταν κάτι «εξωτερικό» (από εγκληματίες ή ξένους παράγοντες), αλλά είχε γεννηθεί μέσα στα σπλάχνα του ελληνικού σχολείου.

Η μικρή κοινωνία της πόλης συγκλονίστηκε από το γεγονός ότι ένας δικός της νέος, μεγαλωμένος στα σχολεία της περιοχής, διέπραξε τέτοιο έγκλημα.

Το περιστατικό  αντί να θέσει επιτακτικά το ζήτημα της ψυχολογικής υποστήριξης των μαθητών και του ελέγχου της οπλοκατοχής, στοιχεία που τότε δεν βρίσκονταν ούτε κατά διάνοια στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, θεωρήθηκε μεμονωμένο και ατυχές.

 

Η υπόθεση του Παναγιώτη Κακαλέτρη παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ελληνικής εγκληματολογίας. Αν και έχουν περάσει δεκαετίες, η περίπτωση αυτή ανασύρεται συχνά ως παράδειγμα για το πώς η ριζοσπαστικοποίηση και η ψυχική κατάρρευση μπορούν να μετατρέψουν έναν έφηβο σε εκτελεστή. Είναι μια ιστορία που υπενθυμίζει την αναγκαιότητα για επαγρύπνηση, παιδεία και ουσιαστική φροντίδα για την ψυχική υγεία των μαθητών, ώστε οι σχολικές αίθουσες να παραμένουν χώροι ζωής και όχι θανάτου.

Η υπόθεση του Παναγιώτη Κακαλέτρη, αν και αποτελεί μια «μαύρη» εξαίρεση στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά, προσφέρεται για μια ενδιαφέρουσα σύγκριση με το φαινόμενο των σχολικών πυροβολισμών (school shootings) στις ΗΠΑ.

Μετά το αποτρόπαιο έγκλημα στη Σπάρτη, ο Παναγιώτης Κακαλέτρης συνελήφθη άμεσα από τις αρχές, καθώς δεν προέβαλε αντίσταση. Η δίκη του αποτέλεσε κεντρικό θέμα συζήτησης για την κοινή γνώμη της εποχής.

Ο Κακαλέτρης κρίθηκε ένοχος για τις διπλές δολοφονίες. Λαμβάνοντας υπόψη το νεαρό της ηλικίας του και τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν για την ψυχική του κατάσταση, οδηγήθηκε στις φυλακές για να εκτίσει την ποινή του. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το όνομά του έπεσε στη λήθη, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες υποθέσεις εκείνης της εποχής που δεν είχαν πολιτικό πρόσημο. Δεν υπήρξε ποτέ ξανά ενεργό δημόσιο πρόσωπο, καθώς η πράξη του τον καθήλωσε στο περιθώριο της ιστορίας ως τον δράστη μιας από τις πιο αδιανόητες τραγωδίες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Ενώ ο Κακαλέτρης αποτελεί μια «παρέκκλιση» για την Ελλάδα, στις ΗΠΑ οι σχολικοί πυροβολισμοί αποτελούν ένα δομικό κοινωνικό πρόβλημα. Η σύγκριση αναδεικνύει σημαντικές διαφορές.

Όμως παρά τις διαφορές, υπάρχουν στοιχεία που συνδέουν τον Κακαλέτρη με τον σύγχρονο "School Shooter". Όπως και οι δράστες στις ΗΠΑ, ο Κακαλέτρης είχε αποσυρθεί σε έναν εσωτερικό κόσμο όπου οι ακραίες ιδέες (στην περίπτωσή του ακροδεξιές/νεοναζιστικές) λειτουργούσαν ως «καύσιμο» για την εκδίκηση.

Η σχολική αποτυχία για τον Κακαλέτρη ήταν το ίδιο «προσωπικό τραύμα» που συχνά βιώνουν οι Αμερικανοί δράστες (bullying, απόρριψη από το κοινωνικό σύνολο).

Και στις δύο περιπτώσεις, το σχολείο δεν είναι απλώς ένας χώρος, αλλά το σύμβολο της εξουσίας και του συστήματος που ο δράστης θεωρεί ότι τον πρόδωσε ή τον απέκλεισε.

Ωστόσο, ενώ στις ΗΠΑ το φαινόμενο έχει εξελιχθεί σε μια «βιομηχανία θανάτου» με συγκεκριμένα πρωτόκολλα (όπως οι ασκήσεις ετοιμότητας), στην Ελλάδα η περίπτωση Κακαλέτρη παρέμεινε ένα τραυματικό αλλά απομονωμένο περιστατικό. Η κύρια διαφορά έγκειται στο ότι στην Ελλάδα η αυστηρή νομοθεσία περί οπλοκατοχής λειτούργησε ως φυσικό ανάχωμα, εμποδίζοντας τη μετάλλαξη του μεμονωμένου παραλογισμού σε «επιδημία» βίας, όπως συμβαίνει στην Αμερική.

Έτσι η υπόθεση θάφτηκε στο μνημοντούλαπο, χωρίς ποτέ να γίνει ταινία που θα συντάρασσε τα δυο κοτσιδάκια του Ατλαντικού, χωρίς αποτέλεσμα στη διαπαιδαγώγηση και τη σχολική πρακτική, χωρίς τίποτα.

 

Back to top