Οι θείτσες είναι κοριτσάκια. Τα κοριτσάκια, όμως, δεν είναι θείτσες. Τα κοριτσάκια μεγαλώνουν, γίνονται κοπέλες. Μετά γυναίκες. Και μετά, κάποιες από αυτές, θείτσες, επιστρέφοντας στο κουκούλι της παιδικότητας, κι ας έχουν κάποτε υπάρξει κι οι ίδιες μαμάδες ή και γιαγιάδες. Οι γιαγιάδες είναι γιαγιάδες. Και οι θείτσες, θείτσες, μικρά σκανταλιάρικα κοριτσάκια, απεκδυόμενα τη γυναικεία υπόσταση, το παρελθόν του νεανικού βίου τους, τη σεξουαλικότητά τους, τις πρότερες ιδιότητές τους. Ποια είναι η χρονική στιγμή που κάποια που υπήρξε γυναίκα γίνεται ένα θειτσοκοριτσάκι; Άγνωστο. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι θείτσες είναι ο ανθός του κόσμου. Φοράνε φούστες ως το γόνατο και ποδιές που μυρίζουν ντομάτα, στις τσέπες τους έχουν πάντα τσαλακωμένα χαρτομάντηλα, ετοιμοπόλεμες πάντα τηγανίζουν πατάτες για το παιδί, φέρνουν δώρα μπισκότα δημοφιλή σε άλλους καιρούς που κανένας δεν τρώει, δακρύζουν σε τηλεοπτικά δράματα αναμεταδίδοντάς τα καθώς παίζουν μπροστά σου, πίσω από την τρυπητή γωνία του κρεμασμένου σεμέν, κοκκινίζουν και χασκογελάνε όταν τις πειράζεις, αυτές που μάθανε στις φωτογραφίες να τραβιούνται πάντα στην άκρη του κάδρου, αιώνιες κομπάρσοι στο «κυρίως» οικογενειακό θέμα. Βέβαια οι θείτσες είναι ικανές και για τη μοχθηρία, το κακό του παραθύρου που βλέπει στο δρόμο, το κουτσομπολιό, αγκυλωμένες στο μίσος για μια συνομήλικη γειτόνισσα που την αρχή του δεν ξέρει να βρει πια καμιά τους. Από τη θεία Μπαρμπαρέν και τους σβίγγους της στο «Χωρίς Οικογένεια» του Έκτωρος Μαλό ως τη Γαλιλαία της «Εποχής των Καφέδων» του Γιάννη Ξανθούλη, θείτσες με χαρακωμένα παμπόνηρα μούτρα έτοιμες για σκανταλιά με σπαθί μια πατάτα τηγανητή και περικεφαλαία το entre deux τους, αχ θείτσες…

Ήταν Χριστούγεννα, όχι βέβαια ανήμερα, κι αν στο κάτω κάτω σε αυτό το κείμενο μπορούμε να είμαστε ακριβείς για κάτι, εν προκειμένω, αυτό δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τη μέρα. Ήταν λοιπόν δεκατρείς μέρες πριν τα Χριστούγεννα και η Πόλη ήταν ήδη στην τελική ευθεία της γιορτής, χορεύοντας δώδεκα διαφορετικούς χορούς, έξι με κάθε πόδι. Η σκόνη της ήταν σίγουρα άχνη ζάχαρη και μικροσκοπικές βελόνες πεύκου, ασπροπράσινα σωματίδια, που προσγειώνονταν αθόρυβα σε μπαλκόνια, παρμπρίζ, κομμώσεις και σακούλες με λούτρινα. Εξίσου χριστουγεννιάτικοι λόφοι σκουπιδιών συσσωρεύονταν εντός και πέριξ των κάδων. Χαρτόκουτα χριστουγεννιάτικων δέντρων, συσκευασίες από λαμπιόνια, συσκευασίες, συσκευασίες, συσκευασίες από όλα αυτά, που αν και εποχιακά, έκαναν επέλαση σαν να επρόκειτο να μείνουν για πάντα. Στα βάθη ενός τέτοιου κάδου, μέσα στα λοξά κίτρινα βλέμματα περαστικών αρουραίων και κάτω από τρεμάμενα μουστάκια γατιών που ψάχνανε για χαμένους στον πάτο θησαυρούς, ακούστηκε για πρώτη φορά μια παράξενη, διακεκομμένη φωνούλα: ο-ει-α. Αυτό που παραμένει μυστήριο είναι ποιος ήταν ο πρώτος αποδέκτης των χωρίς συνέχεια φωνηέντων. Φήμες και αστικοί θρύλοι μιλάνε για έναν συμπονετικό ρακοσυλλέκτη. Σύμφωνα με τις φήμες αυτές, λοιπόν, ο καλός εκείνος άνθρωπος, ακολουθώντας το παράδειγμα των γατιών, καταδύθηκε στα βάθη του κάδου που ξεχείλιζε, στη διασταύρωση δύο συμπαθητικών δρομάκων που τέμνονταν εδώ και χρόνια, στο πάνω αριστερό τεταρτημόριο, όπως κοιτάμε τον χάρτη, μιας άλλοτε μεσοαστικής περιοχής, που τώρα μάθαινε για τέταρτη φορά τις νέες ξένες της γλώσσες, γεμάτες υγρά και βίαια χ. Στον πάτο του κάδου βρήκε ο καλός μα άτυχος άνθρωπος την πεταμένη θείτσα. Τα ασπρόμαυρα κομματάκια της κείτονταν μουλιασμένα ανάμεσα σε μουχλιασμένα υπολείμματα μηλόπιτας και κομμάτια velcro γεμάτα χνούδια. Ο άτυχος άνθρωπος, για καλή, αντιθέτως, τύχη της θείτσας μας, ένιωσε βαθιά λύπη για τα ασπρόμαυρα κομματάκια και τα μάζεψε προσεκτικά. Με τη βοήθεια της θείτσας που προσπάθησε με τη διακεκομμένη φωνούλα της να τον καθοδηγήσει -ι-ο-α-ε-α/ι-ο-ι-ι-α/, μάζεψε ό,τι βρήκε χωρίς να εντοπίσει ποτέ το πρόσωπο της θείτσας και άπλωσε τα κομματάκια της στο ρείθρο του πεζοδρομίου να στεγνώσουν. Εκεί βρήκαμε τη θείτσα την επομένη, δώδεκα μέρες πριν τη μέρα των Χριστουγέννων, να λιάζει τα κομματάκια της στον, φευ, για πάντα ζωηρό αν και δεκεμβριανό ήλιο της Πόλης.
Ξέρετε το Μουσείο Πτώσεων; Αυτό κι αν δεν είναι μια άλλη ιστορία. Αλλά ας τη συντομεύσουμε λίγο για να μην τα πολυλογούμε. Αν καμιά φορά περπατάτε την Πατησίων, είναι σχεδόν βέβαιο πως μόλις αποφασίσετε να δείτε πού ακριβώς βρίσκεστε, η ταμπέλα θα γράφει Ο δ ό ς Δ ε ρ ι γ ν ύ. Μάλιστα. Νομοτελειακά θα κοιτάξετε προς τα πάνω το όνομα ενός Γάλλου μακαρίτη που, αμυδρά, το συνδυάζετε με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Ένας γαλλονόματος δρόμος που κατοικείται από όλες τις βορειοαφρικανικές φυλές των αποικιών της Γαλλίας. Χα! Και τότε θα το δείτε. Ένα αλλόκοτο ψηλό και τυφλό κτίριο. Ένας τυφλός ψηλολέλεκας χωρίς ούτε ένα παράθυρο-μάτι. Χωρίς ούτε ένα μπαλκόνι. Στο χρώμα του μανιταριού. Δεν υπάρχουν κουδούνια με ονόματα. Μόνο το άνοιγμα μιας πόρτας που μοιάζει με χάσμα από πεσμένο δόντι. Στο ασανσέρ, ο θάλαμος έχει μόνο ένα κουμπί με ένα βέλος που δείχνει κάθοδο. Να, έτσι:

Αν το πιέσετε, το ασανσέρ αρχίζει να… πέφτει. Όχι να κατεβαίνει. Να πέφτει με θόρυβο, ώσπου με ένα εντυπωσιακό ήχο τροχαίου δυστυχήματος προσκρούει επιτέλους κάπου και σταματά. Οι πόρτες ανοίγουν σε ένα θεοσκότεινο υπόγειο με ατελείωτους διαδρόμους ραφιών, όπου στοιβάζονται ακαθόριστα σχήματα, σαν τεράστιοι λεκέδες. Μπροστά σε ένα αναποδογυρισμένο γραφείο, ένας εύσωμος κάστορας κοπανάει με ύφος περισπούδαστο σφραγίδες.
«Είναι το Αρχείο Πτώσεων», θα σας δηλώσει με σεμνό καμάρι ο Κάστορας.
«Μάλιστα, Αρχείο Πτώσεων. Οι πτώσεις υποβάλλουν τον εαυτό τους για αρχειοθέτηση, ερευνούνται, εξετάζονται και ταξινομούνται ανάλογα με το είδος, το μέγεθος, την αναστρεψιμότητα και τη σπουδαιότητα, από εμένα προσωπικώς!» Και μην μπείτε στον κόπο να σκεφτείτε, μα... πρόκειται για έναν κάστορα… Η απάντηση θα έρθει πληρωμένη.
― Δεν είμαι κάστορας ασφαλώς! Είμαι ένα ΜΕΓΑΛΟΒΑΖΟΜΑΓΙΟΝΕΖΑ. Ακολουθήστε με. Έχω λίγο χρόνο για να σας ξεναγήσω.
Μην διανοηθείτε να χάσετε την ευκαιρία. Ακολουθήστε το ΜΕΓΑΛΟΒΑΖΟΜΑΓΙΟΝΕΖΑ στο πιο παράξενο αρχείο του κόσμου: η άλωση της Πόλης και του Μεσολογγίου συνορεύουν με το βομβαρδισμό της Δρέσδης, οι πτώσεις των τιμών, οι πτώσεις των δοντιών, οι πτώσεις των καρπών, οι πτώσεις των παιδιών, η ελεύθερη πτώση, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η πτώση του ηθικού, η πτώση του βλεφάρου. Κάθε είδους πτώση ξαπλώνει στα ράφια του αρχείου, σαν τεράστιος ή μικροσκοπικός ακαθόριστος λεκές.
***
Πίσω όμως στη θείτσα μας, που κάπου έπρεπε να πάει, και το Μουσείο Πτώσεων και η αυθεντία του Βάζο Μαγιονέζα φάνταζαν ιδανικά και αποδείχτηκε πως ήταν, και να γιατί. Όταν προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με τη θείτσα, οι απαντήσεις της μοιάζαν κάπως έτσι:
― Πώς σε λένε;
― ο – ι – α.
― Σοφία;
― ε,
και αν ως εκεί βγάλαμε άκρη πως ήταν η θείτσα Σοφούλα, τα πράγματα περιπλέκονταν όσο οι ερωτήσεις προχωρούσαν. Έτσι ποτέ δεν μάθαμε από πού βρέθηκε η θεία Σοφούλα στα σκουπίδια. Και γιατί; Ποιο ξεσκαρτάρισμα ντουλαπιών και συρταριών στάθηκε τόσο αμείλικτο μαζί της που βρέθηκε στα σκουπίδια; Η θεία Σοφούλα τώρα ξεκουράζεται σ’ ένα κουτί παπουτσιών που στο καπάκι του έχει ένα παπούτσι-σπίτι. Τα απογεύματα «πίνει» το τσάι της με λεμόνι μαζί με τις άλλες πτώσεις και τον Βάζο Μαγιονέζα και μαθαίνει ιστορία, αναφωνώντας πού και πού, Α! Ω! Ιιιιιι! Δεν καταπίνει το τσάι της μια που δεν έχει στόμα και φυσικά τα φωνήεντά της ακούγονται μέσα από τα τοιχώματα του στομαχιού της, αλλά κάτι είναι και αυτό. Μερικές φορές η θείτσα γουργουρίζει αλλά κανείς δεν ξέρει τι σημαίνει αυτό. Πήγε άραγε σχολείο η θεία Σοφούλα; Άγνωστο. Πάντως αν κρίνει κανείς από το γουργουρητό, η θεία-Σοφούλα έχει «αγαπημένες πτώσεις». Την Κατάρρευση του Τσενοτστιτλάν και την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

Μην πετάτε τις θείτσες στα σκουπίδια. Αν πρέπει οπωσδήποτε να τις εκτοπίσετε επικοινωνήστε με τον Βάζο Μαγιονέζα. Δεν έχετε παρά να κατέβετε μερικά σκαλιά στη Δεριγνύ. Αξίζει τον κόπο.






