Το Urbanorama συναντά την ηθοποιό Φωτεινή Παπαχριστοπούλου - UrbanOrama.gr
Το Urbanorama συναντά την ηθοποιό Φωτεινή Παπαχριστοπούλου

Το Urbanorama συναντά την ηθοποιό Φωτεινή Παπαχριστοπούλου

Ανάρτηση: 25 Ιουν 2026

Το Urbanorama συναντά την ηθοποιό Φωτεινή Παπαχριστοπούλου

 

Το Urbanorama συζητάει με τη Φωτεινή Παπαχριστοπούλου. Ηθοποιός που ξεχωρίζει για την ερμηνευτική της ενέργεια, τη θεατρική της παιδεία και την πολυδιάστατη παρουσία της στην οθόνη, η Φωτεινή Παπαχριστοπούλου έχει διαγράψει μια αξιόλογη πορεία στον χώρο της υποκριτικής, καταφέρνοντας να μας κερδίσει όλους με την αυθεντικότητά της. Το Urbanorama την υποδέχεται για να συζητήσουμε για τις προκλήσεις του επαγγέλματος, τις επιλογές της και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την τέχνη της.

 

Πού γεννήθηκες και μεγάλωσες; Ποιες είναι οι ισχυρότερες αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια; Εικόνες, ακούσματα, χορωδίες;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, αλλά είχα την τύχη στην παιδική μου ηλικία να περνάω σχεδόν τρεις μήνες κάθε καλοκαίρι είτε στο Λεωνίδιο Κυνουρίας είτε στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, τόποι καταγωγής του πατέρα μου και της μάνας μου αντίστοιχα. Δεν ξέρω αν οφείλεται στην επαρχία ή στην παιδική ηλικία, αλλά οι αισθήσεις τότε ήταν πραγματικά οξυμένες και οι αναμνήσεις έντονες. Θυμάμαι στο Λεωνίδιο τα κόκκινα βράχια που το περιβάλλουν φάνταζαν στα παιδικά μου μάτια μια μεγάλη αγκαλιά. Στην παραλία της Πλάκας Λεωνιδίου να πατάω ξυπόλητη στα βότσαλα, τα βρεγμένα μαλλιά και ένα τσουλούφι στο στόμα μου να ρουφάω την αλμύρα της θάλασσας. Στον μικρό ντόκο του λιμανιού τότε ερχόταν το δελφίνι από τον Πειραιά. Και ήταν πολύ σημαντικό, λες και έφερνε κάτι ή κάποιον σπουδαίο.

Στον Λαγκαδά οι παππούδες μου είχαν μπαχτσέ, δηλαδή φάρμα με ζώα και καλλιέργειες. Τρελαινόμουν με τον αχυρώνα, τα γελάδια και τα άλογα. Έχω έντονη την μυρωδιά της κοπριάς, Την μυρωδιά από το γάλα που μόλις είχε αρμεχθεί. Και εκεί ξυπολυταρία στο ποτισμένο χώμα των χωραφιών, μέσα στα θερμοκήπια με την αδιανόητη ζέστη και τον ιδρώτα να τρέχει, να μαζεύω ντομάτες και αγγούρια, να τρέχουμε στα ανθισμένα χωράφια και να πετάνε άπειρες πεταλούδες. Και με τον αδερφό μου να προσπαθούμε να  τις  πιάσουμε και να τις κλείσουμε μέσα στο κόκκινο Ντάτσουν του θείου μου. Το εμβληματικό κόκκινο Ντάτσουν του θείου φορτωμένο με καφάσια κι εμείς στην καρότσα. Ο θείος να οδηγεί και να βάζει μουσική στο κασετόφωνο. Να ταΐζουμε φλούδες από καρπούζια τα μικρά γουρουνάκια και να σκαρφαλώνουμε στον αχυρώνα στις μπάλες από άχυρο και να μας τσιμπάνε τα σκληρά άχυρα στις πατούσες. Αλλά οι μελανιές και οι πληγές ήταν παράσημα και δεν μας ένοιαζε. Και όταν τελείωνε το καλοκαίρι και γυρίζαμε πια στην πόλη και ξεκινούσε το σχολείο, μου φαινόταν πολύ περίεργο που πολλά παιδιά δεν είχαν δει ποτέ γελάδα ή άλογο από κοντά.

Στο Λαγκαδά οι Αναστενάρηδες, οι άνθρωποι που περπατούσαν στις φωτιές. Το χέρι του παππού μου να με κρατάει και γύρω γύρω κόσμος να βλέπει ξυπόλυτους πιστούς με τις εικόνες στα χέρια και με τον ήχο από το ταμπούρλο να πατάνε τα αναμμένα κάρβουνα χωρίς να καίγονται.

Στην παραλία της Πλάκας Λεωνιδίου να πατάω ξυπόλητη στα βότσαλα, τα βρεγμένα μαλλιά και ένα τσουλούφι στο στόμα μου να ρουφάω την αλμύρα της θάλασσας. Στον μικρό ντόκο του λιμανιού τότε ερχόταν το δελφίνι από τον Πειραιά. Και ήταν πολύ σημαντικό, λες και έφερνε κάτι ή κάποιον σπουδαίο.

Υπάρχει η υποκριτική σαν ιδέα στο παιδικό σου μυαλό;

Στο παιδικό μυαλό μου δεν υπήρχε καμιά ιδέα ή τάση για υποκριτική. Βασανιζόμουν και μόνο στην ιδέα του να πω ποιήματα, να εκτίθεμαι στις σχολικές γιορτές. Γενικώς ήμουν πολύ φοβισμένη, δε συμμετείχα καν σε θεατρικές παραστάσεις, μέχρι που έγινε μια αναγκαστική αντικατάσταση και με έναν συμμαθητή μου κάναμε ένα δίδυμο υπηρετών με 3 ατάκες ο καθένας. Πρέπει σε όλο το έργο να εμφανιστήκαμε δύο ή τρεις φορές και το μόνο που θυμάμαι είναι το γέλιο των θεατών και αναρωτιόμουν. Από κει και πέρα όλο αυτό θάφτηκε. Και ξανά ξύπνησε όταν έδινα πανελλαδικές. Επειδή στην οικογένειά μου ήταν επιβεβλημένο ότι θα σπουδάσεις στο πανεπιστήμιο, είχε μόλις ιδρυθεί το τμήμα θεατρικών σπουδών στην Αθήνα στο ΕΚΠΑ, και λέω θα πάω σ’ αυτή την κατεύθυνση. Ευχάριστο λέω θα είναι, μάλλον θα παίζουμε και θα διοργανώνουμε παραστάσεις. Το τμήμα τουλάχιστον της Αθήνας ήταν ό,τι πιο θεωρητικό μπορεί να φανταστεί κανείς. Κόντεψα να τρελαθώ από την τόση θεωρία.

 

Ποια πράγματα σε διαμόρφωσαν στην εφηβεία; Τι άκουγες, τι διάβαζες, τι έβλεπες;

Είμαστε η γενιά του MTV. Περίμενα καθηλωμένη μπροστά στην τηλεόραση να δω τα καινούργια βίντεο clips και να πατήσω rec στο βίντεο για να τα «γράψω». Και να κάτσω μετά να τα δω και να τα ξαναδώ, να μελετήσω τα λόγια, τις  χορογραφίες ή το στόρι. Τα κινούμενα σχέδια από Κάντυ-Κάντυ, Ροζ Πάνθηρα, αλλά και εκπομπές ή έργα προγραμματισμένα συγκεκριμένες μέρες, όπως π.χ. κάθε Τρίτη είχε γουέστερν ή κάθε Παρασκευή κινηματογραφική ταινία με την ακαταλαβίστικη κριτική του Μπακογιαννόπουλου. Είχα μια φίλη που άκουγε Smiths, Cure, Blondie κι εγώ ακολουθούσα κατά πόδας. Διάβαζα πάρα πολύ, και όχι τόσο για το σχολείο, γιατί εκεί κάπως τα κατάφερνα αβίαστα, λογοτεχνία μετά μανίας. Είχα την τύχη στο σπίτι να έχουμε πολλές βιβλιοθήκες και οι δύο γονείς μου είναι φιλόλογοι και είμαι αυτή η κατηγορία που για να ξεκουραστώ από τα σχολικά διάβαζα λογοτεχνικά. Θεωρώ όμως ότι το ευαγγέλιο της λογοτεχνίας είναι το «Έγκλημα και Τιμωρία». Μπορώ να πω ότι στα χρόνια της εφηβείας και στο πανεπιστήμιο διάβασα πάρα πολύ λογοτεχνία και Έλληνες και Νεοέλληνες συγγραφείς, όπως και ποίηση που τη λατρεύω.

 

Πότε γεννιέται η απόφαση να γίνεις ηθοποιός και πού στοχεύεις αρχικά στο θέατρο;

Όταν πέρασα πανεπιστήμιο θεατρικών σπουδών, και σου είπα τον τρόπο που πήρα την απόφαση να δώσω σε αυτό το τμήμα, άρχισα να βλέπω πάρα πολλές παραστάσεις καθημερινά και έπιασα τον εαυτό μου να θέλει να είναι περισσότερο πάνω στη σκηνή παρά θεατής. Νομίζω ότι περίπου λοιπόν ήμουν  στα 18 με 19 όταν μπήκε το μικρόβιο. Αλλά ακολούθησα αρκετά ανορθόδοξο δρόμο. Τελείωσα το πανεπιστήμιο χωρίς να πάω σε κάποια δραματική σχολή. Άρχισα να ασχολούμαι με τη σκηνοθεσία και ανέλαβα παράσταση στην οποία συμμετείχαν άτομα με κινητικά προβλήματα και αρτιμελείς. Με προσέλαβε ο πανελλαδικός σύνδεσμος παραπληγικών και κινητικά αναπήρων, είχε τμήματα θεάτρου και χορού: για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα ανθρώπους με καρότσια αναπηρικά να χορεύουν, να κάνουν θεατρικές παραστάσεις. Έμεινα με γουρλωμένα μάτια και ανοιχτό στόμα, αν μπορείς να με φανταστείς. Ήμουν 22 χρονών και αποφάσισα με την αιγίδα του Δήμου που τότε διέμενα  να φτιάξω ένα εργαστήρι δημιουργικής συνύπαρξης αρτιμελών και αναπήρων με τον ρομαντικό στόχο να «αλλάξω τον κόσμο», γιατί με τέτοια ορμή ξεκινάνε οι νέοι. Γύρω στα 4 χρόνια λειτούργησε το τμήμα. Έψαξα σεμινάρια, δοκίμασα πάρα πολλά πράγματα που είχαν σχέση με το θέατρο, την υποκριτική, το τραγούδι, τη μουσική, τη σκηνοθεσία. Αρκετά μεγάλη σε ηλικία αποφάσισα να τελειώσω δραματική σχολή. Έδωσα σε διάφορες σχολές και πέρασα αλλά επέλεξα τη σχολή του Γιώργου Αρμένη στα Εξάρχεια, με βόλευε το ωράριο, γιατί δούλευα παράλληλα σε ένα βίντεο κλαμπ. Ο Αρμένης έδωσε και μια υποτροφία σε μένα και σε έναν συμφοιτητή μου, γιατί είδε είπε σε μας ταλέντο. Να ‘ναι καλά ο άνθρωπος. Και μετά ήρθε η ώρα να βγω στο στίβο! Έτρεχα στις οντισιόν, περίμενα στις ουρές, περίμενα ώρες ατελείωτες. Άλλοτε έπαιζα άλλοτε δεν έπαιζα. Εκεί που είχα αρχίσει κάπως να δικτυώνομαι, αρχίζω να νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά. Ένιωθα πιο πολύ να λειτουργεί το κεφάλι μου και να υπεραναλύω τα πράγματα χωρίς να συμμετέχει το σώμα. Ήμουνα στο εργαστήρι τότε του Σπύρου Σακκά και η σύζυγος του Νατάσα Ζούκα μού λέει «εσύ Φωτεινή πρέπει να πας στο Παρίσι να σπουδάσεις στη σχολή «Jaques Lecoq». Μετά από 2 χρόνια βρέθηκα στο Παρίσι και έμεινα εκεί περίπου τρισήμισι χρόνια τελειώνοντας τη σχολή Lecoq και ιδρύοντας με συναδέλφους μια διεθνή ομάδα που υφίσταται μέχρι σήμερα.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η πόλη του Παρισιού, γιατί όπως σου είπα είναι μητρόπολη πολιτισμού και είχες πρόσβαση ως φοιτητής της Lecoq σε εκδηλώσεις που δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις και να δεις υπό άλλες συνθήκες, π.χ. έχουμε μπει σε γενική πρόβα του Bob Willson στο Theatre de la ville, σε γενική πρόβα και συζήτηση του Peter Brook  στο θέατρο Bouffes du Nord.

Ποιες ήταν οι σπουδές σου και τι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής σου εκείνα τα χρόνια;

Σπούδασα θεατρολογία στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών στην Αθήνα στο Καποδιστριακό, τελείωσα το Νεοελληνικό Θέατρο του Γιώργου Αρμένη και πήρα πτυχίο από την σχολή Σωματικού Θεάτρου Jaques Lecoq στο Παρίσι.

Με καθόρισαν οι επαφές με δασκάλους μου: η Ελένη Βαροπούλου, ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Άγγελος Δεληβορριάς, ο Σπύρος Σακκάς και η Νατάσα Ζούκα, οι εκπαιδευτές μου και δάσκαλοί μου στο Παρίσι, το ίδιο το Παρίσι που είναι μια δεξαμενή ατελείωτη εμπειριών, οι συμφοιτητές μου στο Παρίσι, γιατί ήταν από όλο τον κόσμο, από Νέα Ζηλανδία, Κίνα, Αυστραλία, Αμερική, Τουρκία.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η πόλη του Παρισιού, γιατί όπως σου είπα είναι μητρόπολη πολιτισμού και είχες πρόσβαση ως φοιτητής της Lecoq σε εκδηλώσεις που δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις και να δεις υπό άλλες συνθήκες, π.χ. έχουμε μπει σε γενική πρόβα του Bob Willson στο Theatre de la ville, σε γενική πρόβα και συζήτηση του Peter Brook  στο θέατρο Bouffes du Nord. Έχουμε πιει μπύρες στο μπιστρό και στέκι μας απέναντι από τη σχολή στη rue du Faubourgh Saint Dennis και συζητήσει με τη τεράστια ηθοποιό Kathryn Hunter που ήταν φίλη  και καλεσμένη του δασκάλου μας. Με καθόρισε και με διαμόρφωσε αυτή η πόλη με τα καλά της και τα κακά της, γιατί έμαθα να ζω με ευελιξία και προσαρμοστικότητα σε ένα δωμάτιο εννέα τετραγωνικών, να δουλεύω σε διάφορες δουλειές για να ανταπεξέλθω, όπως σε τούρκικο κεμπάμπ resto, μπέιμπι σίτινγκ και διδασκαλία, πόζαρα σε καλοτεχνίτες σε  κατάληψη αναρχικών, να μετακομίζω κάθε καλοκαίρι, να αλληλοβοηθιόμαστε μεταξύ μας με Τούρκους και Καταλανούς, γιατί κάτι μας έφερνε κοντά. Έμαθα να είμαι ανοιχτή στο ξένο και στο διαφορετικό και να έχω περισσότερες αντοχές και ανοχές. Ήταν τόσο δύσκολη η εκπαίδευση στη σχολή, που όταν γύρισα στην Ελλάδα είχα ένα αίσθημα ότι μπορούσα να κατακτήσω τα πάντα!

 

Πότε έρχεται το θέατρο στη ζωή σου, σαν επάγγελμα πια;

Σίγουρα μετά την επιστροφή μου από το Παρίσι μπήκε πολύ δυναμικά το θέατρο στη ζωή μου και λέω μπήκε, γιατί όσο και να θέλεις να μπεις εσύ, αυτό έρχεται από μόνο του! Πότε είπα μέσα μου ότι αυτή είναι η δουλειά μου, αυτό είναι το επάγγελμα μου, αυτή είναι η κλίση μου; Άργησα είναι η αλήθεια να το πω, γιατί ξέρεις στην Ελλάδα παλεύεις και με τέρατα, ταμπού και προκαταλήψεις. Γιατί η καλλιτεχνία αντιμετωπίζεται σαν χόμπι. Το μόνο που μπορώ να σου πω και να σου επιβεβαιώσω είναι ότι ο δρόμος που έχω πάρει είναι μονόδρομος και δεν ξέρω αν οδηγεί σε ένα φωτεινό δάσος ή σε  αδιέξοδο, έχω δοκιμάσει να τα αφήσω όλα και να κάνω κάτι άλλο, αλλά μετά από λίγο με κυριεύει η θλίψη. Εδώ θα μείνω λοιπόν, φαντάζομαι μέχρι τελικής πτώσεως!

 

Σε κεντρίζει, σε προκαλεί, σε απογοητεύει, όταν το θέατρο γίνεται ο ζωτικός σου χώρος;

Ο θεατρικός χώρος είναι ένα τερέν εργασίας που απαιτεί εγρήγορση και χαλαρότητα ταυτόχρονα, ευφυΐα και αφέλεια, γερό στομάχι, πειθαρχία και ελευθερία, λογική και ευαισθησία και όλα αυτά στη σωστή δοσολογία… Απαιτεί ανθρωπιά, γλυκύτητα, προσπάθεια κατανόησης, όρεξη για δουλειά. Όταν αυτές οι χάρες ανθίζουν, γεμίζω ελπίδα, χαμογελάω, λιώνω από συγκίνηση, γεμίζω ευγνωμοσύνη όταν κλείνει η πόρτα της πρόβας του θεάτρου και αφήνω πίσω την σκληρότητα του κόσμου και νιώθω ότι ανοίγει ένα παράθυρο ελπίδας για να κοιτάξω τον κόσμο. Ξέρεις τι άλλο νιώθω; Ότι έχω πάρει τη σωστή απόφαση. Απαγορεύεται η είσοδος στην κακοποίηση, την αγένεια, την απάτη, το κουτσομπολιό, την έπαρση και την υποτίμηση, την αλαζονεία και την ψευτιά. Όταν λοιπόν αυτά βρίσκουν τρόπο και τρυπώνουν, απελπίζομαι, μαραίνομαι και φεύγω.

Ποιες συνεργασίες ή ρόλους θεωρείς τους πιο σημαντικούς και γιατί;

Μία από τις πιο σημαντικές συνεργασίες στο θέατρο/περφόρμανς ήταν αυτή με τον Ρομέο Καστελλούτσι στην Ελευσίνα στα πλαίσια της πολιτιστικής πρωτεύουσας. Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης σε παίρνει απ’ το χέρι και σε πηγαίνει σε ένα παράθυρο κι ενώ θα έλεγες ότι η θέα είναι κοινή για όλους, σου κάνει μια μικρή μετακίνηση κι εσύ γουρλώνεις τα μάτια έκπληκτος γι’ αυτό που κοιτάς.

Στο Παρίσι η δημιουργία της κολεκτίβας που δημιουργήσαμε με έναν Τούρκο, έναν Καταλανό, μια Ελβετή, μια Γερμανίδα, μια Γαλλίδα μας έδωσε τη δυνατότητα να κάνουμε μία residence στη Βαρκελώνη και να παρουσιάσουμε μια περιπατητική περφόρμανς σε μια φάρμα στα περίχωρα στο Mataro. Η εμπειρία έδινε την αίσθηση της ελεύθερης πτώσης με άγνοια κινδύνου. Έπρεπε να συμβιώσουμε ένα μήνα, να μαγειρεύουμε, να καθαρίζουμε και να δημιουργούμε. Οι συνθήκες δεν ήταν πάντα ιδανικές, όπως και οι διαθέσεις μας. Φτάνει σε ένα σημείο που αγαπιέσαι και μισιέσαι ταυτόχρονα. Χαχαχα! Μου έδωσε τεράστια εφόδια αυτή η εμπειρία, γιατί όσο συλλογική κι αν είναι μία προσπάθεια, πρέπει να είναι πολύ καθαρά τα πλαίσια και οι ρόλοι μέσα στην ομάδα.

Μια πολύ σημαντική συνεργασία/γνωριμία για μένα στην τηλεόραση ήταν αυτή με τον Γιάννη Παπαδάκο, ένα νέο παιδί που για πρώτη φορά σκηνοθετούσε σειρά στην ελληνική τηλεόραση. Πέρασα casting για έναν βασικό ρόλο και ήταν αυτός που επέμενε και στην παραγωγή και στο κανάλι να μου δοθεί η ευκαιρία, γιατί επέμεναν όλοι να βρεθεί κάποια επώνυμη για το ρόλο. Με συγκίνησε πάρα πολύ η επιμονή και η πίστη σε μένα ενός καλλιτέχνη που δεν με ήξερε και δεν τον ήξερα. Ένιωσα με τον Γιάννη ότι υπάρχει ελπίδα.

Ο θεατρικός χώρος είναι ένα τερέν εργασίας που απαιτεί εγρήγορση και χαλαρότητα ταυτόχρονα, ευφυΐα και αφέλεια, γερό στομάχι, πειθαρχία και ελευθερία, λογική και ευαισθησία και όλα αυτά στη σωστή δοσολογία… Απαιτεί ανθρωπιά, γλυκύτητα, προσπάθεια κατανόησης, όρεξη για δουλειά. Όταν αυτές οι χάρες ανθίζουν, γεμίζω ελπίδα, χαμογελάω.

Τέλος, έχω την μεγάλη χαρά να βρίσκομαι, να συνδημιουργώ και  να συνδιαλέγομαι με έναν πυρήνα καλλιτέχνιδων όπως η σκηνοθέτης κινηματογράφου Μαρία Χατζάκου, η μουσικός, συνθέτης- τραγουδίστρια και μουσικός παραγωγός Μαριλένα Ορφανού, η ενδυματολόγος Ροζάνα Βασιλεία. Είναι φίλες και συνένοχοι σε μια προσπάθεια να κάνουμε την τέχνη που θέλουμε και με τον τρόπο που επιθυμούμε, να εμψυχώνουμε η μια την άλλη, όταν δεν τα καταφέρνουμε, να αλληλλοσυμβουλευόμαστε, να γελάμε, να γκρινιάζουμε και να διασκεδάζουμε με τα λάθη και τα σωστά μας. Και το πιο σημαντικό είναι ότι γύρω από αυτά τα πρόσωπα της ζωής μου συσπειρώνονται κι άλλα ακόμα περισσότερα που είναι έτοιμα να στηρίξουν ένα όνειρό σου καλλιτεχνικό, που μπορεί στα μάτια των άλλων να φαντάζει τρελό, κουτό, αδύνατο. Θα μου επιτρέψεις λοιπόν να αναφέρω έτσι κάποια ονόματα: Κώστια, Δημήτρης, Μαριάννα, Ελένη, Αιμιλία, Γιάννης και Θανάσης, Στέφανος, Βρισηίδα, Βασιλική, Τίνα και σίγουρα ξεχνάω πολλούς ακόμα.

 

Υπάρχουν πράγματα στο θέατρο που θα ήθελες οπωσδήποτε να κάνεις;

Δεν υπάρχουν ρόλοι ή έργα που θέλω οπωσδήποτε να κάνω. Υπάρχουν πράγματα που ξέρω ότι δεν θέλω να κάνω, γιατί δεν μπορώ να τα κάνω και δεν μπορώ να τα υποστηρίξω. Τα τελευταία χρόνια με ενδιαφέρει πάρα πολύ κυρίως ποιοι θα είναι οι συνεργάτες και οι συντελεστές μιας δουλειάς.

Το θέατρο ως έχει εδώ και τώρα, συνδέεται με την κοινωνία ή είναι ένας μικρόκοσμος με αυτοαναφορικότητα; Είναι με κάποιον τρόπο το θέατρο και η τηλεόραση συγκοινωνούντα δοχεία, όπου η δεύτερη διοχετεύει κοινό στο πρώτο;

Όταν στο θέατρο υπάρχει τροφοδότηση, και δεν μιλάω μόνο για το έμψυχο δυναμικό αλλά και για τις θεματικές, από την τηλεόραση, τότε κατασκευάζεται ένας μικρόκοσμος, μια φούσκα. Η προσέλευση κοινού έχει στόχο μόνο το κέρδος με κάπα κεφαλαίο. Ο παραγωγός θέλει εισιτήρια για να ανταπεξέλθει στα έξοδα π.χ. μισθός διάσημων πρωταγωνιστών, ενοίκια κλπ κλπ, επιλέγει έργα με υψηλή εμπορική επιτυχία που βρίσκουν την απήχησή τους και καλά κάνουν. Το πρόβλημα είναι όταν όλα αντιμετωπίζονται σαν αριθμοί: πόσα εισιτήρια, πόσα sold out, πόσα έβγαλες, πόσους followers έχεις, πόσο χρονών είσαι (κι εδώ παραδόξως θα πρέπει να είναι μικρός ο αριθμός), πόσο κάνει το εισιτήριο, πόσες παραστάσεις παίζονται, πόσα θέατρα υπάρχουν και πάει λέγοντας.

Σε μια χώρα που η κρατική υποστήριξη για την Τέχνη και τον Πολιτισμό αφορά μόνο τους αρχαιολογικούς χώρους και τα αναψυκτήρια που βρίσκονται μέσα σε αυτούς, πώς θα κάνεις τέχνη με «ρίσκο και επικίνδυνα άλματα»; Πού θα βρεις το περιθώριο να πειραματιστείς, να δοκιμάσεις, να ερευνήσεις; Πώς θα προτείνεις στο κοινό ένα πεδίο θέασης του κόσμου διαφορετικό από αυτό που αναπαράγεται συνεχώς; Πώς θα μιλήσεις γι’ αυτά που σε καίνε, πως θα εμπλέκεσαι προσωπικά; Γιατί η τέχνη θέλει προσωπική εμπλοκή αλλιώς δεν ξέρεις τι λες.

 

Πότε και πώς έρχεται το σινεμά;

Το σινεμά έρχεται στη ζωή μου από μικρή ηλικία. Υπήρχε στη Γλυφάδα το Άννα Ντορ, χειμερινό σινεμά και το Ρίο, θερινό. Αυτά ήταν τα σινεμά και εκεί μοιραζόταν η εφηβική μας ψυχαγωγία με ποπ κορν και κόκα κόλα. Σε αυτές τις αίθουσες είδα από Τοπ Γκαν, Κόναν ο Βάρβαρος, Χαϊλάντερ μέχρι Φράνσις (με Τζέσικα Λανγκ), Κάρρυ (με Σίσυ Σπέισικ), Die Hard, Raging Bull, The Shining, ο Εξολοθρευτής, Scarface και ζούσαμε τόσο έντονα τις ταινίες!!! Συμπάσχαμε!

Μετά, όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, άρχισε η ταινιοθήκη της Ελλάδας και ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος: Μπέργκμαν, Ταρκόφσκι, Αγγελόπουλος, Νικολαΐδης. Άρχισε η εξερεύνηση.

 

Με ποια κινηματογραφική ηρωίδα ταυτίζεσαι ή θα ήθελες να έχεις παίξει και ποια χαρακτηριστικά θα είχε ο ιδιαίτερος κινηματογραφικός ρόλος για σένα;

Κοίταξε, είναι πολλές οι κινηματογραφικές ηθοποιοί που θαυμάζω όπως η Τζίνα Ρόουλαντς, η Τόνι Κολέτ, η Φράνσις Μακ Ντόρμαντ, η Σάντρα Χιούλερ, υπόκλιση φυσικά στην Μέριλ Στριπ και άλλες. Είναι ηθοποιοί που έχουνε ενσαρκώσει ρολάρες! Θα ήθελα να ενσαρκώσω μία κινηματογραφική ηρωίδα που θα έχει δύναμη και ευαισθησία, μια ηρωίδα που δεν θα είναι η καημένη η μάνα που απασχολείται με το πως θα συνδυάσει μητρότητα και καριέρα, συνθλιμμένη από τη βία της πατριαρχίας, που θα έχει βιαστεί, κακοποιηθεί και θα παρουσιάζεται σαν σεξουαλικό αντικείμενο και θα πρέπει να αυτοκτονήσει στο τέλος. (γελάω με πίκρα) Έναν τέτοιο ρόλο θέλω, έναν ρόλο που δεν θα έχει τα παραπάνω τοξικά συστατικά.

Πότε και πώς έρχεται η τηλεόραση;

Η τηλεόραση έρχεται αρκετά αργότερα στη ζωή μου λίγο μετά τον κορονοϊό ή μάλλον μέσα στην περίοδο του κορονοϊού και στη φάση που επιτρεπόταν εργασία στην τηλεόραση με τεστ και όλα αυτά τα μέτρα που ζήσαμε όλοι. Έρχεται μέσα από ένα γραφείο casting για έναν δεύτερο ρόλο στην κρατική τηλεόραση. Ήταν μεγάλη ανάσα, αν και ο μισθός ήταν για γέλια, αλλά είχα τρόπο να εργάζομαι τη στιγμή που άλλοι συνάδελφοί μου και πολύς κόσμος ήταν εγκλωβισμένος.

Η Αθήνα είναι η πόλη που μισούμε και αγαπάμε ταυτόχρονα! Για κάποιον που κάνει location scouting έχει απίστευτα μαγαζιά, παλιά καφενεία, σπίτια ρημάδια, σπίτια εποχής, δρόμους και σοκάκια αλλά και όλα της είναι δυσκίνητα, κυκλοφοριακά συμφορημένα, είναι η πόλη που θέλει και δεν θέλει, γεμάτη αντιθέσεις και συγκρούσεις, ερωτική το βράδυ και παλιόγρια γκρινιάρα τη μέρα.

Ποια πράγματα σε ενδιάφερουν έξω από τη δουλειά; Ποια η σχέση σου με το διάβασμα, τη μουσική, την πολιτική, τα ζώα;

Έξω από τη δουλειά έχω μια επιλεγμένη οικογένεια φίλων που αγαπώ πολύ και συναντώ τακτικά. Μου αρέσει να πηγαίνω σε dj sets της Λου (Μαριλένα Ορφανού) και σίγουρα συναντώ πάντα γνωστούς και φίλους. Έχω και φίλους στο εξωτερικό με τους οποίους φροντίζω να έχω όσο το δυνατόν περισσότερη  και συχνή επικοινωνία.

Είμαι όμως και πάρα πολύ μοναχική, μου αρέσει το σπίτι μου και να κάθομαι μέσα, έχω μια μικρή οικογένεια από 2 γάτες, την Κίρκη και την Κούκι. Με ενδιαφέρει η πολιτική και οι δράσεις αλληλεγγύης αυτόνομων ομάδων και ενημερώνομαι αρκετά φροντίζοντας να ενισχύω αγώνες είτε με την παρουσία μου είτε με όποιον άλλον τρόπο μπορώ. Διαβάζω επίσης λογοτεχνία, δοκίμια και επειδή η λέξη που κυριαρχεί στο μυαλό μου είναι brain rotten  έχω επιβάλλει στον εαυτό μου να διαβάζω τουλάχιστον 10 σελίδες τη μέρα από όποιο βιβλίο έχω επιλέξει. Μου αρέσει η μπιρίμπα και διοργανώνουμε βραδιές και λατρεύω επιτραπέζια παιχνίδια!!!

 

Ποια/ες είναι η/οι αγαπημένη/ες σου ταινίες/ες;

Αγαπημένη μου ταινία δεν έχω, έχω άπειρες αγαπημένες από το Θέλμα και Λουΐζ μέχρι το Star Wars, την τριλογία Νονός, η Γλυκιά Συμμορία, η Φωτογραφία του Παπατάκη, τα πάντα όλα του Ντέβιντ Λυντς, ώρε παιδιά δεν θα τελειώσει ποτέ η λίστα!!!

Είναι η Αθήνα κινηματογραφική πόλη; Ποια ελληνική (ή και όχι) είναι;

Η Αθήνα είναι η πόλη που μισούμε και αγαπάμε ταυτόχρονα! Για κάποιον που κάνει location scouting έχει απίστευτα μαγαζιά, παλιά καφενεία, σπίτια ρημάδια, σπίτια εποχής, δρόμους και σοκάκια αλλά και όλα της είναι δυσκίνητα, κυκλοφοριακά συμφορημένα, είναι η πόλη που θέλει και δεν θέλει, γεμάτη αντιθέσεις και συγκρούσεις, ερωτική το βράδυ και παλιόγρια γκρινιάρα τη μέρα. Αν ήταν ταινία θα ήταν «Οι τεμπέληδες τις εύφορης κοιλάδας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου.

 

Αγαπάς τα ταξίδια; Αγαπημένος προορισμός/ταξίδι;

Λατρεύω τα ταξίδια και θεωρώ ότι είναι και επιβεβλημένη οδός για τον καλλιτέχνη για να ανοίξει το μυαλό του, το κεφάλι του και η ψυχή του. Δεν υπάρχει αγαπημένος προορισμός, έχω περιέργεια και θα ήθελα να ταξιδέψω παντού. Αν θα πρέπει να βάλω προτεραιότητα, γιατί δε μου φτάνει ο χρόνος και το χρήμα, θα έλεγα Λατινική Αμερική, Ιαπωνία και Αφρική.

 

Απόφθευγμα που σε εκφράζει.

Ένα αγαπημένο μου απόφθεγμα που είναι πολύ κλισέ και μπανάλ, αλλά το βρίσκω παρηγορητικό: «όλα γίνονται για κάποιο λόγο».

Back to top