Το Urbanorama συναντά την Θεοδώρα Τζήμου - UrbanOrama.gr
Το Urbanorama συναντά την Θεοδώρα Τζήμου

Το Urbanorama συναντά την Θεοδώρα Τζήμου

Ανάρτηση: 03 Ιαν 2026

Τι σχέση μπορεί να έχουν τα βαμβάκια με το MTV; Οι σχεδίες από φελιζόλ με το Εθνικό Θέατρο, οι Μαυραχάδες με την Ιρλανδία, οι Smiths με τον Τολστόι. Σε αυτά και άλλα πολλά απαντά η συζήτησή μας με την Θεοδώρα Τζήμου. Τη συναντήσαμε στα «φθίνοντα» Εξάρχειά της, ένα παγωμένο απόγευμα με ένα ανατριχιαστικό αεράκι να κουνάει τα ταλαίπωρα φύλλα των δέντρων έξω απ’ το παράθυρό της.

Εσείς να την προλάβετε ως Σόνια στο θέατρο Δίπυλο στη Μέρα της Φούστας του Jean Paul Lilienfeld, σε μια καταιγιστική ερμηνεία, βραβευμένη από το κοινό, έως τις 11 Ιανουαρίου. Μην ξεχαστείτε…

 

Ας μιλήσουμε για σένα. Πού γεννήθηκες, που μεγάλωσες και πώς ήταν η παιδική ηλικία; Τι εικόνες έχεις, τι μυρωδιές ως ανάμνηση;

Γεννήθηκα στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν, γιατί ο παππούς μου και η γιαγιά μου ήταν πολιτικοί πρόσφυγες. Οπότε γεννήθηκε εκεί και η μαμά εκεί και εγώ.  Όταν ήμουν ενός έτους γυρίσαμε στην Αθήνα αλλά μετά η μητέρα μου, που είναι γιατρός, έπρεπε να φύγει για να κάνει το αγροτικό της και πήγε σε ένα χωριό στη Θεσσαλία, στις Μαυραχάδες, μέσα στον κάμπο και πήγα μαζί της όταν ήμουν τριών ή τεσσάρων. Πέρασα γύρω στα δέκα χρόνια εκεί, μέσα στον θεσσαλικό κάμπο. Φοβερές μυρωδιές και εικόνες. Αυτό το πράγμα, το ότι κοιτάς και δεν βλέπεις βουνό μπροστά σου, είναι φοβερό, αυτό το άνοιγμα και τα σύννεφα… Και επειδή είχε πάρα πολλά βαμβάκια, θυμάμαι πήγαινα στα χωράφια όταν τα ποτίζανε το καλοκαίρι και ξάπλωνα. Μου άρεσαν πάντα τα δέντρα και επειδή δεν είχε πολλά δέντρα στον κάμπο, ξάπλωνα, θυμάμαι κάτω στο χώμα δίπλα στο βαμβάκι για να το κοιτάζω και να είναι ψηλό σαν δέντρο. Δίπλα υπήρχαν αυτά τα μπεκ και ποτίζανε το χώμα και μύριζε πάρα πολύ ωραία. Η μυρωδιά μου είναι ακόμα πολύ έντονη. Ήταν σαν πρόσωπο γιαγιάς που έπεφτε πάνω του το νερό και έβγαζε αυτές τις μυρωδιές. Αυτή ήταν μια πολύ έντονη στιγμή και θυμάμαι ότι αυτό το έκανα πολύ συχνά, έκανα τα φυτά να μοιάζουν με δέντρα. Το έκανα αυτό. Το άλλο που θυμάμαι είναι ότι υπήρχε ένα ποτάμι εκεί κοντά και επειδή εγώ ήθελα κάπως ως παιδί να φύγω από κει, γιατί και μου άρεσε αλλά και δεν μου άρεσε λόγω προσωπικών βιωμάτων εκεί― αλλά αυτό που έκανα και ήταν περιπετειώδες ήταν ότι έπαιρνα φελιζόλ από τις οικοδομές και έφτιαχνα σχεδία . Πήγαινα στο ποτάμι και ανέβαινα πάνω στο φελιζόλ γιατί το φελιζόλ επιπλέει στο νερό κι έλεγα τώρα θα φύγω. Αλλά πάντα έσπαγε η σχεδία από φελιζόλ κι έπεφτα. Αυτά τα δύο πράγματα τα έκανα πάρα πολύ συχνά. Θέλω να πω ήταν πολύ αγαπημένες μου στιγμές, το να πηγαίνω στο ποτάμι και το να κάνω τα βαμβάκια να φαίνονται ψηλά δέντρα.

Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν μια κλασική μαθήτρια του Εθνικού έτσι κι αλλιώς. Εκείνη την εποχή εντωμεταξύ είχαν όλες μαύρα μαλλιά, φορούσαν αυτές τις φούστες τις μαύρες, κι εγώ ήμουν λίγο σαν τη μύγα μες στο γάλα, μια ροκού ξανθιά εκεί μέσα… Και έλεγα "τώρα… έτσι είναι το θέατρο;…".

Και τα δύο όμως πολύ μοναχικά, όχι με άλλα παιδάκια.

Όχι, όχι, ήμουν πολύ και με άλλα παιδάκια και παίζαμε πολύ, αλλά αυτές οι στιγμές, οι πιο έντονες, ναι είναι μοναχικές.

 

Στην εφηβεία παρέμεινες εκεί;

Στην εφηβεία έφυγα, ήρθα στην Αθήνα για δύο χρόνια γιατί η μητέρα μου έπρεπε να πάρει την ειδικότητα οπότε πήγα σχολείο, νομίζω δευτέρα και τρίτη γυμνασίου, στη Δάφνη. Ωραία περίοδος ήταν κι αυτή, ήμουν στην εφηβεία. Ήταν ωραία συγκυρία το ότι ήρθα στην Αθήνα σε αυτήν την ηλικία. Άρχισα να πηγαίνω μπαλέτο για δύο χρόνια, και μου άρεσε. Μετά έφυγα, πήγα στον Βόλο, έμεινα άλλα δύο χρόνια εκεί, μετά έφυγα, πήγα στην Καρδίτσα, μετά έφυγα, πήγα στα Γιάννενα στην τρίτη Λυκείου. Αυτά για τη σχολική περίοδο.

Την εφηβεία πώς τη θυμάσαι; Μουσικές, ταινίες, βιβλία;

Επειδή μέχρι τα 14-15 δεχόμουν μεγάλη πίεση από τη μητέρα μου να διαβάζω,  διάβαζα πάρα πολύ, ειδικά κλασικά, ρώσικα κιόλας κλασικά, Ντοστογιέφσκυ, Τολστόι και λοιπά, είτε μου διάβαζε εκείνη όταν ήμουν πιο μικρή είτε μετά έπρεπε να τα διαβάζω μόνη μου, και μάλιστα ερχόταν και με έλεγχε αν διαβάζω ή όχι. Οπότε πέρασα μια φάση, μετά τα 16, που δεν ήθελα να βλέπω βιβλίο μπροστά μου. Μετά άρχισε να με απασχολεί πολύ η μουσική, πάρα πολύ. Εκείνη την εποχή υπήρχε το ραδιόφωνο και όταν άκουσα πρώτη φορά Smiths, κόλλησα. Είχα πάρει κασέτα και τα έγραφα. Και στο σχολείο, όπου καθοριζόσουν και από το ντύσιμο, υπήρχαν αυτοί που άκουγαν ελληνικά, αυτοί που άκουγαν ροκ… Εντάξει, τότε δεν υπήρχε η ηλέκτρο. Depeche Mode που είχε πιο ηλεκτρονικά στοιχεία άκουγαν οι ροκάδες... Εγώ πήγα από την πλευρά αυτών που ακούγανε τη ροκ μουσική. Είχα μια εμμονική σχέση με τη μουσική. Άρχισα να βλέπω MTV, βίντεο κλιπ, θέλω να πω ότι ήταν ένα κομμάτι που με έχει σημαδέψει και αισθητικά και γενικότερα.

 

Και εξακολουθείς να έχεις την ίδια σχέση με τη μουσική;

Ναι, απλώς αλλάζει ο τρόπος. Έχω αλλάξει κι εγώ, έχω μεγαλύτερη εμβέλεια στα πράγματα που ακούω. Μπορώ να περάσω πολλές ώρες, να τώρα που ήμουν στο γυμναστήριο ή όταν περπατάω, δεν μπορώ να το κάνω χωρίς μουσική. Θα μου άρεσε ο κόσμος να ήταν να βγαίνεις έξω να περπατάς και να υπάρχει από κάτω ένα soundtrack για την κάθε στιγμή. Πολύ θα μου άρεσε. Οπότε όταν φοράς τα ακουστικά και ακούς μουσική, γίνεσαι ο ήρωας της ζωής σου, της ταινίας σου.

Και το θέατρο πώς προκύπτει; Πώς δεν έκανες κάτι με τη μουσική δηλαδή και αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός;

Εγώ όντας εκεί στη Θεσσαλία, δεν είχα δει ποτέ θέατρο στη ζωή μου, όμως παρ’ όλα αυτά, ένα από τα πιο σημαντικά παιχνίδια μου ήταν το θέατρο. Έπαιρνα μικρά παιδιά από τη γειτονιά και τα σκηνοθετούσα χωρίς να έχω δει, χωρίς να ξέρω. Τους έβαζα να χτίζουμε κόσμους και να το παρουσιάζουμε. Οπότε, θέλω να πω ότι ήταν ένα κομμάτι έκφρασης για μένα έτσι κι αλλιώς μέσα στη ζωή μου από μικρή. Κι επίσης με βοηθούσε πολύ να αποφεύγω την πραγματικότητα, γιατί δεν ήταν και πολύ καλή η πραγματικότητά μου, δηλαδή δεν ήταν εύκολα τα παιδικά μου χρόνια, αυτό το παιχνίδι με έκανε να φτιάχνω έναν κόσμο έτσι όπως θα τον ήθελα εγώ. Οπότε, κατά κάποιον τρόπο  συναντήθηκα με αυτό για λόγους υγείας, προσωπικής υγείας (γέλια). Μετά όμως  ήρθε και με άλλο τρόπο  στον δρόμο μου. Όταν βρέθηκα στα Γιάννενα, γνώρισα μια κοπέλα και μου λέει: «Πηγαίνω σε ένα θεατρικό εργαστήρι. Δεν θες να έρθεις;» Και λέω: «Α ναι, θα ‘ρθω». Πάντα με ενδιέφερε, όπως και ο χορός και όλα τα καλλιτεχνικά, ως μέσο έκφρασης όμως, όχι στ’ αλήθεια, δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι υπάρχει αυτό το επάγγελμα, ότι εγώ θα ζω απ’ αυτό ας πούμε. Και πήγα στο θεατρικό εργαστήρι Πύρρου και εκεί γνώρισα τον Γιώργο τον Νάκο και μου λέει «γιατί δεν δίνεις εξετάσεις στο Εθνικό;» Του λέω «τι είναι αυτό; Και τι πρέπει να κάνουμε;» «Θα κάνουμε μαθήματα και θα πας στην Αθήνα να δώσεις εξετάσεις.» Το λέω στη μητέρα μου, γίνεται έξαλλη, μου λέει: «Είναι δυνατόν; Τι θα κάνεις; Τι… Πώς… Δεν θα δώσεις πανελλαδικές;» Και πάμε και τον γνωρίζει, ερωτεύονται και έτσι πείστηκε… Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, ήταν ερωτευμένη, σου λέει ηθοποιός κι αυτός… (Γέλια). Έδωσα, πέρασα και ήρθα στην Αθήνα στα δεκαεφτά.

 

Όταν τελειώνεις τη σχολή αυτό που βρήκες έξω ήταν αυτό που περίμενες;

Όχι, αυτό που βρήκα στη σχολή δεν ήταν καθόλου αυτό που περίμενα, έτσι κι αλλιώς. Δηλαδή ήμουν και δεν ήμουν. Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν μια κλασική μαθήτρια του Εθνικού έτσι κι αλλιώς. Εκείνη την εποχή εντωμεταξύ είχαν όλες μαύρα μαλλιά, φορούσαν αυτές τις φούστες τις μαύρες, κι εγώ ήμουν λίγο σαν τη μύγα μες στο γάλα, μια ροκού ξανθιά εκεί μέσα… Και έλεγα "τώρα… έτσι είναι το θέατρο;…". Βγήκα με φοβερές απορίες από ‘κει μέσα, αλλά το μετά μου φάνηκε πιο ενδιαφέρον. Οι συναντήσεις με κάποιους ανθρώπους, αυτό που έγινε η δουλειά μου... Νομίζω ότι άρχισα να το εξερευνώ αφού τελείωσα τη σχολή στ’ αλήθεια, μέσα από τους ανθρώπους και τις συναντήσεις.

Εσένα σε ενδιέφερε να είσαι ηθοποιός ή σε ενδιέφερε το θέατρο;

Κοίταξε, με ενδιέφερε να είμαι ηθοποιός είναι η αλήθεια. Επειδή, όπως σου είπα, ήταν ένα παιχνίδι που το έκανα από μικρή, ήταν ένας τρόπος για να με αποδέχονται οι άλλοι, να κάνω τον καραγκιόζη, να υποδύομαι κάτι. Οπότε νομίζω αυτό με ενδιέφερε, ναι, το να είμαι εγώ μέσα σε αυτή τη διαδικασία, με αυτή την ενέργεια και να προσπαθώ κάτι για τους άλλους.

 

Και το σινεμά πώς έρχεται;

Η πρώτη μου ταινία πώς ήρθε… Α ναι, είχα πάει νομίζω σε ένα κάστινγκ στη Λουκία τη Ρικάκη και κάπως από εκεί άρχισα σιγά σιγά να με βλέπουν άνθρωποι και μετά ήρθε και ο Γιάνναρης…

 

Πιο πριν έβλεπες ταινίες;

Έβλεπα ταινίες. Είχα έναν φίλο από τον Βόλο με τον οποίο όταν ήμουν μικρή, πριν ασχοληθώ με το θέατρο ―αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ― πηγαίναμε στο σπίτι του και βλέπαμε ταινίες και θυμάμαι ότι πρώτη φορά είχα δει μια ταινία το Manhunder και είχα εντυπωσιαστεί τόσο πολύ. Έβλεπα ταινίες όταν ήμουν μικρή, πολύ. 

 

Μετά είχες προτίμηση; Σινεμά ή θέατρο;

Όχι γιατί είναι τελείως διαφορετική η διαδικασία.

 

Σαν τελικό αποτέλεσμα όμως;

Σαν θεατής προτιμώ να δω σινεμά ασυζητητί. Δηλαδή η αλήθεια είναι ότι βαριέμαι να βλέπω θέατρο, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων. Θέλω να πω, ας πούμε είχα δει μια παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών που είχε συνενώσει το Μετά την πρόβα και την Περσόνα του Μπέργκμαν και είχα πάθει σοκ. Πήγα και την είδα και δεύτερη φορά. Αλλά προτιμώ να βλέπω σινεμά. Θεωρώ ότι είναι πιο σύνθετη τέχνη. Αλλά μου αρέσει πάρα πολύ να κάνω θέατρο, να παίζω θέατρο. Η διαδικασία μου αρέσει πάρα πολύ. Το ότι συγκεντρώνεις όλη την ενέργειά σου για μία ώρα και αφηγείσαι όλη την ιστορία real time σαν ντοκιμαντέρ με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Και όλα τα στοιχεία της διαδικασίας. Νομίζω ότι είναι μια εμπειρία και γι’ αυτόν που το κάνει και γι’ αυτόν που το βλέπει. Και το σινεμά όμως. Είναι η κάμερα, θέλω να πω έχει άλλες αρχές και άλλους κώδικες που είναι εξίσου πολύ ωραίοι.

 

Τον εαυτό σου μπορείς να τον βλέπεις στο σινεμά;

Όχι.

Τις έχεις δει τις ταινίες που έχεις κάνει;

Όχι όλες. Και όταν έπρεπε να είμαι στις αίθουσες δεν μου ήταν πολύ εύκολο. Βλέπω όλα τα λάθη…

Όλα επιδρούν πάνω μας. Δεν έχει σημασία να καταλάβεις αλλά μόνο να  αντιλαμβάνεσαι ότι έχουν συμβεί.

Και η τηλεόραση;

Την τηλεόραση, μπορώ να πω την απέφευγα κάποτε για χρόνια. Πέρασα και από αυτήν την περίοδο, που τώρα γελάω που ήμουν έτσι, αλλά υπήρχε πάρα πολύ στη δουλειά μας αυτό, ότι καταστρέφεσαι αν κάνεις τηλεόραση γιατί δεν είναι καλλιτεχνικό και φυσικά ήμουν πολύ σθεναρός οπαδός αυτής της άποψης. Όμως μεγαλώνοντας, αυτό άλλαξε και φυσικά γίνονται και καλύτερα πράγματα πια στην τηλεόραση..

 

Άλλαξε όμως και η περιρρέουσα ιδέα  παγκοσμίως για την τηλεόραση…

Ναι, φυσικά, έχουν αλλάξει όλα σε σχέση με την τηλεόραση. Θέλω να πω, γίνονται πια σειρές που, παρότι εγώ δεν βλέπω βέβαια πολύ σειρές,  καταλαβαίνω ότι έχουν μεγάλη αξία, ό,τι έχω δει, και καλλιτεχνική και παίζουν και αξιόλογοι ηθοποιοί και δουλεύουν σπουδαίοι  σκηνοθέτες. Και φυσικά μεγαλώνοντας, θέλω να πω, πρέπει κάπως να ζήσει ο άνθρωπος μέσα στην πραγματικότητα, εννοώ δεν μπορείς να είσαι σε μια φούσκα συνέχεια. Και στην τηλεόραση αμοίβεσαι πολύ καλύτερα απ’ ό,τι στο θέατρο. Ζώντας μέσα από το θέατρο έχω δυσκολευτεί πάρα πολύ, θέλω να πω ότι δεν είναι εύκολο καθόλου. Και αυτό αλλά επίσης γίνονται πολύ καλύτερα πράγματα πια, οπότε, ναι, κάνω και τηλεόραση.

 

Για σένα τι είναι ευχάριστο στη ζωή; Πού επενδύεις τα χρήματά σου;

Μ’ αρέσουν πολύ τα ταξίδια, μ’ αρέσει να περνάω καλά με τους φίλους μου… Θα έλεγα ότι δεν τα επενδύω κάπου τα χρήματα. Προσπαθώ να περνάω καλά. Δεν θέλω πολλά πράγματα. Τα ταξίδια μου αρκούν.

 

Αγαπημένο ταξίδι που το θυμάσαι ή και που το επαναλαμβάνεις;

Η Ιρλανδία είναι ένας αγαπημένος προορισμός και το έχω επαναλάβει πολλές φορές. Μ’ αρέσει πάρα πολύ γιατί είναι όλο ένα παραμύθι. Μου ταιριάζει πάρα πολύ ο τόπος και οι άνθρωποι. Αν και λένε ότι έχουν πολλά κοινά με τους Έλληνες, αλλά δεν το λέω με αυτή την έννοια. Με τρελαίνει η φύση, η αύρα, η ενέργεια, αυτό το ότι ξαφνικά μέσα στο πουθενά, σε ένα δάσος, υπάρχει μια παμπ… μ’ αρέσει πάρα πολύ αυτή η χώρα, δεν ξέρω, θα μπορούσα να μείνω εκεί.

 

Έχεις σχέση με το μεταφυσικό μια που μιλάς για την Ιρλανδία όπου είναι πολύ έντονο αυτό;

Ναι, μ’ έναν τρόπο, αυτό που θεωρώ εγώ μεταφυσικό. Ναι, πιστεύω ότι το μεταφυσικό είναι μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, εννοώ και με τον τρόπο που αντιμετωπίζω το τι θα έρθει, πώς καμιά φορά μεταφράζω τα πράγματα ας πούμε, αισθάνομαι καμιά φορά ότι γίνομαι ο δαίμονας του εαυτού μου ή ο δαίμονας άλλων πραγμάτων, ότι υπάρχει κάτι δαιμονικό, ότι υπάρχει κάτι που είναι πιο έξω από μένα και πολύ πιο μέσα μου που συνδιαλέγεται με την αλήθεια και την πραγματικότητα.

 

Με την έννοια του μοιραίου, ας πούμε; Ότι δηλαδή κάποια πράγματα είναι μοιραίο να συμβούν ή να μην συμβούν;


Όχι, ότι απλώς γίνονται και κάποια πράγματα που δεν τα καταλαβαίνουμε. Μόνο και μόνο αυτό είναι μεταφυσικό. Και μέσα μας και έξω μας. Αυτό για μένα είναι ο δαίμονας. Ότι υπάρχουν πράγματα που γίνονται που δεν τα καταλαβαίνουμε, δεν τα βλέπουμε.

 

Και τότε πώς επιδρούν πάνω μας;

Όλα επιδρούν πάνω μας. Δεν έχει σημασία να καταλάβεις αλλά μόνο να  αντιλαμβάνεσαι ότι έχουν συμβεί. Καμιά φορά δεν γίνεται κάτι, να έχεις εμπιστοσύνη σε κάτι που είναι έξω από σένα;… Και λες ή θα πάει προς αυτήν την κατεύθυνση ή θα πάει προς εκείνη, γιατί έτσι κι αλλιώς θα συμβεί κάτι. Δεν είναι μοιραίο νομίζω αυτό ακριβώς. Είναι κάποιες αλληλουχίες πραγμάτων τις οποίες δεν μπορούμε να τις δούμε τη στιγμή που συμβαίνουν.

Κάνοντας αυτή τη δουλειά, προφανώς πρέπει να ζεις σε ένα αστικό περιβάλλον, έτσι όπως είναι διαμορφωμένα τα πράγματα τουλάχιστον προς το παρόν. Ποια είναι η σχέση σου με το αστικό περιβάλλον;

Μου αρέσει πάρα πολύ να είμαι μακριά από το αστικό περιβάλλον αλλά μου αρέσει εξίσου και να είμαι μέσα στο αστικό περιβάλλον. Σκεφτόμουν ας πούμε σήμερα που περπατούσα και έβλεπα έτσι όπως ερχόμουν τα δέντρα μέσα στις πολυκατοικίες, πώς είναι άραγε να είσαι δέντρο. Πώς να νιώθει που είναι εδώ; Αν μπορούσες να νιώσεις σαν δέντρο...

Καμιά φορά νιώθω λίγο σαν δέντρο, αλλά άλλες φορές προσπαθώ να βρω περπατώντας την όαση μέσα σε αυτό το αστικό περιβάλλον, όχι απαραίτητα τη φύση αλλά την όαση εννοώντας την αισθητικά. Γιατί το αστικό περιβάλλον εμένα μου προσφέρει αισθητικές απολαύσεις, και έχει σημασία αυτό. Εννοώ πολλές φορές φορώντας τα ακουστικά αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στην ταινία μου.

 

Υπάρχει κάτι στην Αθήνα που σε εξοργίζει φοβερά;

Ναι, τα Εξάρχεια. Στα οποία ζω. Κοίταξε, αλλάζουν πολύ τα πράγματα. Δεν ξέρω αν μπορώ να διαχειριστώ όλη αυτήν την τουριστική πλευρά του πράγματος, έτσι δηλαδή που τα πάντα έχουν γίνει Airbnb, τα μαγαζιά που ανοίγουν είναι ενός συγκεκριμένου στυλ. Έχουν αλλάξει τελείως τα Εξάρχεια. Πολλά πράγματα δεν αντέχω στην Αθήνα. Αλλά αυτό νομίζω ότι είναι από τα πιο ενδεικτικά του πώς μεταλλάσσεται όλη η περιοχή προς χάριν του τουρισμού.

 

Στην ύπαιθρο ισχύει το ίδιο;

Νομίζω ναι. Εγώ επειδή πηγαίνω συχνά πάνω στην Ήπειρο, το βλέπω ότι αλλάζουν τελείως, δηλαδή δεν είναι πια το χωριό όπως ήταν. Εκτός κι αν πας σε ένα χωριό που δεν προσφέρει τουριστικά καταλύματα. Εκεί δεν αλλάζει.

 

Και προς τα εκεί όμως δεν έχουν απλωθεί διάφορα πράγματα που ενδεχομένως να μη συνάδουν και τόσο με το τριγύρω; Δηλαδή αυτά τα φεστιβάλ που μπορεί να κάνουν πολύ καλό στις τοπικές κοινωνίες αλλά παράλληλα φέρνουν ένα πλήθος που ίσως βλάπτει την ισορροπία

Ναι, συμφωνώ, βέβαια. Φυσικά κι εκεί αλλάζει. Μόνο πάνω στην κορφή του βουνού δεν αλλάζει τίποτα (γέλια).

Για να πάμε στην «Ιστορία της φούστας». Πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία; Καταρχάς είχες δει την ταινία εσύ;

Όχι, την είδα μετά. Η Ζωή η Χατζηαντωνίου μου έδωσε να διαβάσω αυτό το κείμενο και πραγματικά ως ηθοποιός το θεώρησα δώρο. Για έναν ηθοποιό νομίζω ότι είναι δώρο να παίζει κάτι τέτοιο. Εμένα έτσι μου φάνηκε. Δεν υπάρχει ηθοποιός που δεν θα  τον ενδιέφερε να κάνει αυτή τη γυναίκα. Μετά είδα και την ταινία και συμφώνησα να το κάνω και μπήκα μέσα σε αυτό το ταξίδι, το οποίο έχει τις δυσκολίες του, έτσι όπως είναι όλα τα ταξίδια, δεν είναι ποτέ  ούτε μόνο δύσκολα ούτε μόνο εύκολα, ούτε μόνο ευχάριστα ούτε μόνο δυσάρεστα. Φτάσαμε τώρα δεύτερο χρόνο και συνεχίζεται στο Δίπυλον.

 

Πέρα από τον ίδιο τον ρόλο τι σου φάνηκε πιο ενδιαφέρον; Διατρέχεται από θεματικούς άξονες που σε ενδιαφέρουν;

Καταρχάς με ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτό το πράγμα, η συνθήκη του πότε παίζω θέατρο και πότε δεν παίζω που το έχει αυτό το έργο πολύ. Γιατί είναι κάτι που με απασχολεί πάρα πολύ σαν ηθοποιό. Εννοώ μου αρέσει πάρα πολύ που το ίδιο το κείμενο έχει αυτή τη συνθήκη. Διαλύει τη θεατρική συνθήκη και ξαφνικά βρίσκεσαι σε ένα κενό που δεν ξέρεις αν είσαι η Σόνια ή η Θεοδώρα. Τι είσαι; Αυτό είναι κάτι που γενικότερα με ενδιαφέρει στο θέατρο να διερευνήσω. Οπότε αυτό το κείμενο το προσφέρει έτσι κι αλλιώς. Άλλη θεματική που επίσης με απασχολεί πολύ είναι η στάση που έχουμε ως δυτικός πολιτισμός απέναντι στην ανατολή και στον μουσουλμανισμό. Όλα αυτά με μεγάλη αναρώτηση βέβαια, χωρίς να παίρνω θέση, γιατί νομίζω ότι είναι πολύ σύνθετο το ζήτημα. Δηλαδή επειδή η μια θεματική είναι ότι η Σόνια προσπαθεί να βγάλει τη μαντήλα από μία κοπέλα που είναι μουσουλμάνα, λέγοντάς της ότι θέλει να εξελιχθεί, να γίνει ελεύθερος άνθρωπος. Τι σημαίνει ελευθερία όμως και γιατί εγώ ως δυτικός γνωρίζω τι είναι. Θέλω να πω ότι έτσι κι αλλιώς η ελευθερία πλάθεται και ανασυγκροτείται ανάλογα με τις συνθήκες ενός πολιτισμού, μιας κοινωνίας νομίζω. Με ποιο δικαίωμα, ας πούμε, εγώ μπορώ να ορίσω το τι σημαίνει ελευθερία σε έναν χώρο, σε έναν κόσμο που δεν έχω ιδέα πώς λειτουργεί. Φυσικά και με τρομάζει πάρα πολύ όταν βλέπω το πώς ζουν αυτές οι γυναίκες εκεί, αλλά από την άλλη δεν νομίζω ότι είναι δική μου θέση να πω στον άλλον ότι ελευθερία είναι αυτό και βγάλε τη μαντήλα. Θέλω να πω κάποιος μπορεί αν νιώθει ελεύθερος με τη μαντήλα.

Αλλά και αυτός ο χαρακτήρας της Σόνιας θέλει με κάποιον τρόπο να αναγκάσει τους μαθητές να γίνουν κομμάτι της κοινωνίας στην οποία ζουν, αλλά ταυτοχρόνως χωρίς να είναι και ακριβώς δεκτική στο να γίνουν αυτοί οι άνθρωποι κομμάτι της κοινωνίας.

Ναι, γι’ αυτό λέω ότι τα όρια είναι λίγο δυσδιάκριτα και γι’ αυτό είναι ενδιαφέρον, γιατί ξαφνικά εκεί που εγώ είμαι μαζί της, ξαφνικά τη χάνω, δηλαδή εκείνη περνάει ένα όριο στο οποίο εγώ σταματάω, εννοώ σαν Θεοδώρα.

 

Και για πόσο ακόμα θα παίζεται η παράσταση;

Σίγουρα μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου.

 

Και μετά; Ποια είναι τα σχέδιά σου;

Δεν ξέρω. Δεν έχω κάτι αυτή τη στιγμή που να είναι ανακοινώσιμο. Θα ήθελα να ξανακάνω σινεμά, μου έχει λείψει πολύ. Βλέποντας και κάνοντας.

Και σε προσωπικό επίπεδο ποια είναι τα σχέδιά σου;

Σε προσωπικό επίπεδο θα ήθελα να είμαι λίγο πιο ήρεμη, να μπορέσω να περάσω κάποια στιγμή λίγο ποιοτικό χρόνο με τον εαυτό μου και με φίλους μου, θα ήθελα να κάνω ένα ωραίο ταξίδι… Αυτά.

 

Back to top